25/7/26

Οι λιβελούλες των αρκαδικών ποταμών




Στο Όνειρο καλοκαιρινής νύχτας του Σαίξπηρ και στις όχθες των αρκαδικών ποταμών τις μέρες  του Ιουλίου ξεθαρρεύουν τα ξωτικά και τα νεραϊδόνια. Το πρωί, καθώς οι αμέριμνοι πεζοπόροι βουτούν για λίγη δροσιά, αυτά μεταμορφώνονται σε λιβελούλες με διάφανα μπλε ίντιγκο φτερά, που στέκονται στον ώμο τους. Τις νύχτες φοράνε τα καλά τους κι έρχονται. Αγοράκια με γυμνή πλάτη και διάφανα φτερά στους ώμους τους με σουραύλια, κοπέλλες καβάλα σε ζαρκάδια με κουδούνια στα κέρατά τους, νεαρές γυναίκες με τα μωρά τους και τις πυγολαμπίδες να γίνονται φωτοστέφανο γύρω από το κεφαλάκι τους. Μαζί τους και οι πυργοδέσποινες, οι αρχοντοπούλες, που ξέμειναν από τους Φράγκους με τα τούλινα πέπλα τους και τα μεταξωτά φουστάνια τους, κρατώντας βεντάλιες από φτερά παγωνιού. Σχηματίζουν πομπή με τον θεό Πάνα που παίζει μονότονα, ακατάπαυστα τον αυλό του, μεθυσμένοι όλοι
από τις μυρωδιές της νύχτες και τη μουσική βυθίζονται στα ορμητικά νερά του Λούσιου, στα βαθιά νερά με τις ρουφήχτρες του Λάδωνα και εξαφανίζονται καταμεσής της νύχτας.


7/7/26

Τα κοράκια, οι συνεταίροι μου


Είχε φθινοπωριάσει για τα καλά, πρωί πρωί ξύπνησα από τα κραξίματα των κορακιών. Ολόκληρη οικογένεια είχε καταφτάσει συνεπής στο ραντεβού της, για το ετήσιο μάζεμα των καρυδιών.  Φτερούγιζαν και φλυαρούσαν ακατάπαυστα γύρω από τη μεγάλη καρυδιά, λες και με περίμεναν να δώσω το σύνθημα. Ντύθηκα βιαστικά και πετάχτηκα έξω. Τα καρύδια είχαν αρχίσει να σκάνε από το πράσινο περίβλημά τους. Κάποια, λίγα, είχαν αρχίσει να πέφτουν κάτω στο χώμα. Μόλις πλησίασα τα κοράκια άρχισαν με δεινή επιδεξιότητα να χτυπάνε με το ράμφος τους ένα-ένα τα καρύδια και να τα ρίχνουν κάτω στο χώμα. Ο αρχικόρακας φτερούγιζε γύρω μου, ένοιωθα να με παρατηρεί καθώς χτυπούσα απαλά και ρυθμικά με το μεγάλο κλαδί την καρυδιά για να πέσουν τα καρύδια. Είχε μεσημεριάσει για τα καλά όταν είχα μαζέψει τους καρπούς από το έδαφος. Κάθισα λίγο πιο πέρα στον ίσκιο του καλυβιού για να αφαιρέσω τη φλούδα τους. Έτσι ο καρπός των καρυδιών δεν μαυρίζει από την υγρασία και καθαρίζει εύκολα. Όταν τελείωσα, άπλωσα τα καρύδια στο μεγάλο τραπέζι της σκεπαστής ταράτσας του σπιτιού. Για να στεγνώσουν πλήρως χρειάζονται να μείνουν σε ξηρό και καλά αεριζόμενο χώρο για δύο βδομάδες περίπου. Το χειμώνα θα έχουμε καρύδια για τον μπακλαβά του Αγίου Νικολάου, για το πέστο με τα χειροποίητα λιγκουίνι, για την καρυδόπιτα, για τη γέμιση της γαλοπούλας και τις μεγάλες αναβάσεις στα όρη.
Την αγαπούσα πολύ αυτή την καρυδιά, γιατί μου θύμιζε το χτήμα μας πριν από τη μεγάλη φωτιά του 2007. Η καρυδιά που είχαμε τότε, δεν κάρπιζε ποτέ. Στέρφα την ανέβαζε και στέρφα την κατέβαζε η κυρά Θοδώρα. Μου είχε πει μάλιστα να της κάνω και μάγια: να της δέσω μια από τις νύχτες, που γεμίζει το φεγγάρι, γύρω από τον κορμό της ένα μεγάλο σκοινί με τρούπιες πέτρες. Δεν το έκανα ποτέ, από αμέλεια θα έλεγα και όχι επειδή δεν πίστευα στις γητειές. 
Η φωτιά πέρασε από το ρέμα στο χτήμα και έκαψε τις μηλιές, τις δαμασκηνιές και τη στέρφα καρυδιά. Δεν είχε περάσει ούτε ένας χρόνος όταν από τον καμένο κορμό πετάχτηκαν νέα βλαστάρια. Άφησα μόνο ένα, τα υπόλοιπα τα κλάδεψα. Μεγάλωσε το βλαστάρι, έγινε δέντρο, το φως ανεμπόδιστο από τα άλλα δέντρα χάιδευε τα κλαδιά της, το νερό άφθονο πότιζε τις ρίζες της. Και το θαύμα έγινε! Η καρυδιά  μεγάλωσε και κάρπισε. Τα καρύδια της βαστάνε από την πανάρχαιη αρκαδική ποικιλία, μικρά με μαλακό φλοιό και με σκούρο καρπό. 
Όταν το μάσιμο των καρυδιών είχε τελειώσει, βγήκα έξω, πλησίασα στην καρυδιά, κοίταξα προς τον ουρανό, τα κοράκια έφερναν βόλτες ευχαριστημένα.
Τα καρύδια είναι η μεγάλη αδυναμία τους.
Δεν ξεχνούσα ποτέ να τους αφήσω στο χώμα το μερτικό τους. 
 

16/7/25

Θερινό ηλιοστάσιο 2025

 

Το τοπίο παραμένει απαράλλαχτο, έτσι όπως ακριβώς ήταν όλα αυτά τα αναρίθμητα καλοκαίρια, έτσι όπως ακριβώς το βίωναν οι πρόγονοι μου. Κάποιο καλοκαίρι στα μέσα του 19ου αιώνα αποφάσισαν να εγκαταλείψουν τη Ζούρτσα και εγκατασταθούν μόνιμα στα πεδινά, στον κάμπο της Μεγαλόπολης. Εκεί που το κριθάρι έβγαινε άφθονο για τα άλογα του οθωμανικού ιππικού και τα ποτάμια χαράκωναν τα περιβόλια.

Είμαι έτοιμη να υποδεχθώ τη νύχτα με τ' αηδόνια και τα τσακάλια, με τους γαλαξίες και τ' αστέρια, με το ποτάμι στην άκρη, τον πλάτανο, τις ροδιές, τις δαμασκηνιές και τις μουριές. Και στο βάθος, στη Δύση, το κάστρο της Καρύταινας δεσπόζει στην άκρη του κάμπου.

Από τα χαράματα είχαμε πιάσει δουλειά. Το χτήμα ήταν παρατημένο. Ήρθε ο Γιώργος με τον καταστροφέα, ισοπέδωσε το έδαφος, ο Φώτης κι εγώ με τα χορτοκοπτικά καθαρίσαμε τους φράχτες και τη μάντρα από τον κισσό και τα βάτα. Ξαλαφρώσαμε τα δέντρα από τα κλαδιά, την καρυδιά και τη μουριά που εμπόδιζαν το φως να μπει στο καλύβι και την κορυφούλα του Μαίναλου να ξεπροβάλει στο χτήμα. Έπιανα με τα χέρια μου το χώμα και αυτό μου χάριζε την ύψιστη ικανοποίηση, μύριζε χορτάρι και άγρια μέντα. Έβγαλα το καπέλο μου και το ακούμπησα στο μικρό τραπεζάκι, μπροστά στο καλύβι.

Το χτήμα απαλλάχτηκε από τα χόρτα, τα ζιζάνια και τ' αγκάθια, ξελάφρωσε. Ο ήλιος τώρα θα διαπεράσει το χώμα και θα φτάσει κάτω, στα σωθικά της γης, οι ακτίνες θα φωτίσουν ακόμη περισσότερο τα μονοπάτια της Περσεφόνης.

Κι όταν μικρύνουν οι μέρες το αφυδατωμένο ποτάμι μας ελπίζω να γεμίσει πάλι νερό.


Μικρό χωριό μου σ' αγαπώ ψιθύρισα. Μια νυχτοπεταλούδα κάθισε στον ώμο μου.

16/6/25

"Ναι, αλλά εγώ κυνηγάω με ξόβεργες"

 "Ναι, αλλά εγώ κυνηγάω με ξόβεργες", μου έλεγε η εξαδέρφη μου η Σίσσυ, κάθε φορά που πήγαινα να επισκεφθώ την οικογένεια της γιαγιάς μου στον Προμπονά και με αποστόμωνε. 

Μπορούσα να την ανταγωνιστώ σε όλα: στο ψάρεμα, στα μαθήματα, στο τρέξιμο, στα παραμύθια-τερατολογίες, σε όλα, εκτός από το κυνήγι με τις ξόβεργες. 

Πετούσαν φωτιές τα μάτια της καθώς περιέγραφε τη διαδικασία. "Κόβω βλαστούς και όταν ξεραίνονται τους αλείφω με οξό, τους καρπούς ενός δέντρου που μας ήρθε από τα ξένα. Στο νησί λένε ότι το μετέφεραν οι Γενουάτες από την Κίνα. Ο οξός είναι μια πολύ ισχυρή κόλλα -καμμιά φορά τον ανακατεύω με μέλι και νερό.  Έτσι γίνονται οι ξόβεργες. Τις βάζω πάνω στα δέντρα, στους θάμνους, σε κλαδιά στις όχθες του ποταμού, εκεί όπου θα περάσουν τα πουλιά. Μόλις το πουλάκι αγγίξει την ξόβεργα, αυτή κολλάει στο φτέρωμά του. Είναι αδύνατον να ξεφύγει. Τότε επεμβαίνω και το ξεκολλάω με μεγάλη μαεστρία για να μην το τραυματίσω". 

Σταματούσε για λίγα δευτερόλεπτα και συνέχιζε με το βλέμμα στα κλουβιά με τα μικρά πουλάκια -καρδερίνες και φλώροι τα περισσότερα-,που κρέμονταν από τη μεγάλη βερυκοκιά του κήπου. 

"Απολαμβάνουμε όλοι το κελάδημά τους το πρωί και το βράδυ λίγο πριν πέσει ο ήλιος".  Ανατρίχιαζα, καθώς σκεφτόμουν το σπαραχτικό κελάδημα του πουλιού, με την καρδιά του να πάλλεται και με το ράμφος του να χτυπά τα κάγκελα. 

"Καμμιά φορά τους βάζουμε και κανένα φρέσκο χορταράκι, έτσι κελαηδούν καλύτερα..." 

Στο γυρισμό ο παππούς μου μου έδινε ψωμάκι για να ταΐσω τα χοντρά χρυσόψαρα στη λίμνη του κήπου του Προμπονά. Κι ελάφρυνα.




 

20/1/25

Ο καπνός από το τζάκι και την ξυλόσομπα στα ουράνια

Χειμώνας στην ελληνική ύπαιθρο με τον καπνό από το τζάκι και τη ξυλόσομπα να ανεβαίνει ψηλά στον ουρανό.
Την ανάβω τη φωτιά κάθε φορά που πηγαίνω στο χωριό μου. Υψώνεται σαν μπαϊράκι, ένδειξη ότι υπάρχουν ψυχές που κατοικούν και τριγυρίζουν στα πάτρια χώματα. Το τραπέζι στήνεται με το άσπρο-μπλε τραπεζομάντηλο από τον αργαλειό της γιαγιάς μου, που δεν πρόλαβα να δω, γιατί ίσως πετάχτηκε ίσως πουλήθηκε για λίγες δεκάρες σε κάποιον από τους πλανόδιους πραματευτάδες πριν να γεννηθώ. Ευτυχώς έχουν μείνει τα μπακίρια, που έφερε ο παππούς από τα Γιάννενα. Είχε λάβει μέρος στις μάχες για την απελευθέρωση των Ιωαννίνων το 1913. Με καρύδια δικά μας, γεμίζω την μπακιρένια γαβάθα.
Το φαγητό είναι απλό αλλά εκλεκτό, γεύσεις της περιοχής που επιβιώνουν εδώ και χρόνια. Ζοχοί και ραδίκια βραστά, ρύζι με καυκαλίθρες, αγριομάρουλα, λάπαθα, όλα από το περιβόλι μας, σπαράγγια από το λόγγο. Πρωτόλαδο και κρασί πάντα ροζέ -για να θυμίζει το φλέρυ μας. Που και που έρχεται και κανένα πεσκέσι, κατσικίσια φέτα ή ζυγούρι από τον βοσκό στο δάσος με τις δρύες και τα κυκλάμινα.
Τρώμε σιωπηλά κι ευχαριστιόμαστε.
Αφήνουμε τα πατζούρια ανοιχτά για να δούμε το πρωί που θα σηκωθούμε την κορυφή του Μαινάλου, κάτασπρη από το χιόνι.
Σήμερα, ανέβηκα ψηλά κι αγνάντεψα το χωριό μου, χειμώνας και οι καπνοί από τις καμινάδες μετρημένοι στα δάχτυλα.
Και τότε θυμήθηκα τον Σπύρο Ασδραχά που μας μάγευε με τις ιστορίες από τα ταξίδια του Εβλιγιά Τσελεμπή.










14/1/25

Οι κρυφοί κήποι του Αυλώνα



Είναι πιο όμορφα κι από λουλούδια! Κόκκινα λάχανα, μπουκέτα, λαμπερά από τη χειμερινή βροχή και τις τελευταίες επίμονες ακτίνες του ήλιου που δύει... 
Οι ποδηλατικοί περίπατοι στους κατάσπαρτους λόφους του Αυλώνα επιφυλάσσουν εκπλήξεις. Το τοπίο αλλάζει συνεχώς. Ελαιώνες, αμπέλια, σιτηρά, λαχανικά, αμυγδαλώνες, φάρμες ζώων και ένας μεγάλος στρατώνας. Ανάμεσα στους αγρούς συναντάμε παλιές βιομηχανίες, που κάποτε έσφυζαν από ζωή, σήμερα στέκονται βουβές ως ενθύμια μιας άλλης εποχής, που υποσχόταν οικονομική ανάπτυξη. 
Το χωριό είναι κτισμένο μεταξύ της γραμμής του τρένου και της εθνικής οδού. Κακο-σάλεσι λεγόταν μέχρι το 1927, φανερώνοντας τις δυσκολίες που είχαν οι περαστικοί για να μεταβούν από τη Χαλκίδα προς την Αθήνα και όχι μόνο. Οι ακτήμονες διεκδίκησαν  με αγώνες τη γη που καλλιεργούσαν χρόνια, από τον τραπεζίτη, πολιτικό, μεγαλοτσιφλικά  Ανδρέα Συγγρό. 
Φωτο: Ζιζή Σαλίμπα
Με κατεύθυνση από την Αθήνα προς το χωριό συναντάμε στο αριστερό μας χέρι τη βίλα της οικογένειας του Αντώνη Ζυγομαλά,  διπλωμάτη και υπουργού που συμπορεύθηκε με τους ακτήμονες για την απόκτηση κλήρου. Ένα μεγάλο μέρος των σημερινών κατοίκων του Αυλώνα είναι μετανάστες που απασχολούνται  ως εργάτες γης  από τη Νότια Ασία, την Ινδία,το Πακιστάν και το Μπαγκλατές. 
Κάθε χρόνο στις αρχές του χειμώνα πηγαίνουμε με τα ποδήλατα εκεί, στα σύνορα της Αττικής με τη Βοιωτία για να συλλέξουμε τις ζαρωμένες αλλά πεντανόστιμες ελιές που εξακολουθούν να παραμένουν αμάζευτες στα κλαδιά. 
Αυτό το απόγευμα κατευθυνθήκαμε προς τα βόρεια, εκεί που υπάρχουν τα θερμοκήπια με καλλιεργούμενα λαχανικά, και οι αγροί με τις ποικιλίες του μαρουλιού, τις λόλες, τα iceberg, τα άσπρα και τα κόκκινα λάχανα και τα καρότα. 
Αφήσαμε τα ποδήλατα στην άκρη του δρόμου, χαιρετήσαμε τους ανατολίτες εργάτες και ξεκινήσαμε το περπάτημα στο χωματόδρομο. Ξεμακραίνοντας, αντικρίσαμε τους μυστικούς κήπους με τα κόκκινα λάχανα, προστατευμένους από τις βρούβες που είχαν γίνει μεγάλοι θάμνοι, και από τα πράσινα αγκάθια. Κόψαμε λίγα φύλλα, τα δοκιμάσαμε. Ήταν σκληρά και πιπεράτα. 
Φωτογραφίσαμε τα κόκκινα λάχανα και γυρίσαμε πίσω
Τελικά, οι ποδηλατικοί περίπατοι μού επιφυλάσσουν εκπλήξεις, καθώς απολαμβάνω με βραδύτητα και με τις πέντε αισθήσεις το χώμα και το χρώμα, έτσι όπως μεταλλάσσονται από το φως.






13/1/25

Με το σακκίδιο στην πλάτη και το καλάθι αδειανό

 

Φωτο: Ν. Διονυσόπουλος
Φωτο: Ν. Διονυσόπουλος
Κυκλάμινα! ανάμεσα στους καμένους βράχους από την ανελέητη καλοκαιριάτικη φωτιά της Αττικής. Ελπίζοντας στην εποχή της ανυδρίας και ανεβαίνοντας από τον Πύργο της Οινόης  στη λίμνη του Μαραθώνα, μέσα από το φαράγγι του ποταμού Χάραδρου. 

Καμμένα δέντρα, καρβουνιασμένοι θάμνοι, πίσσα βράχοι, μαύρο χώμα. Η μυρωδιά του καπνού σπιρούνιαζε τα ρουθούνια μας. Το οσφρητικό τοπίο από τις νοτισμένες πικροδάφνες και τα πλατάνια εξαφανίστηκε.  Κοντά στο εκκλησάκι του Προφήτη Ηλία μια αλεπού έψαχνε κι αυτή με θράσος για τροφή.  Αλληλοκοιταχτήκαμε για λίγα δευτερόλεπτα. Δεν πρόκειται να ξεχάσω ποτέ το απελπισμένο βλέμμα της.

Δεν βρήκα τίποτα να συλλέξω,  ούτε χόρτα, ούτε μανιτάρια. Γύρισα με το καλάθι αδειανό.

Η λίμνη με το λευκό, μαρμάρινο φράγμα ως αντίδωρο της ημέρας των νερών και των Φώτων.