7/7/26
Τα κοράκια, οι συνεταίροι μου
16/7/25
Θερινό ηλιοστάσιο 2025
Το τοπίο παραμένει απαράλλαχτο, έτσι όπως ακριβώς ήταν όλα αυτά τα αναρίθμητα καλοκαίρια, έτσι όπως ακριβώς το βίωναν οι πρόγονοι μου. Κάποιο καλοκαίρι στα μέσα του 19ου αιώνα αποφάσισαν να εγκαταλείψουν τη Ζούρτσα και εγκατασταθούν μόνιμα στα πεδινά, στον κάμπο της Μεγαλόπολης. Εκεί που το κριθάρι έβγαινε άφθονο για τα άλογα του οθωμανικού ιππικού και τα ποτάμια χαράκωναν τα περιβόλια.
Είμαι έτοιμη να υποδεχθώ τη νύχτα με τ' αηδόνια και τα τσακάλια, με τους γαλαξίες και τ' αστέρια, με το ποτάμι στην άκρη, τον πλάτανο, τις ροδιές, τις δαμασκηνιές και τις μουριές. Και στο βάθος, στη Δύση, το κάστρο της Καρύταινας δεσπόζει στην άκρη του κάμπου.
Από τα χαράματα είχαμε πιάσει δουλειά. Το χτήμα ήταν παρατημένο. Ήρθε ο Γιώργος με τον καταστροφέα, ισοπέδωσε το έδαφος, ο Φώτης κι εγώ με τα χορτοκοπτικά καθαρίσαμε τους φράχτες και τη μάντρα από τον κισσό και τα βάτα. Ξαλαφρώσαμε τα δέντρα από τα κλαδιά, την καρυδιά και τη μουριά που εμπόδιζαν το φως να μπει στο καλύβι και την κορυφούλα του Μαίναλου να ξεπροβάλει στο χτήμα. Έπιανα με τα χέρια μου το χώμα και αυτό μου χάριζε την ύψιστη ικανοποίηση, μύριζε χορτάρι και άγρια μέντα. Έβγαλα το καπέλο μου και το ακούμπησα στο μικρό τραπεζάκι, μπροστά στο καλύβι.Το χτήμα απαλλάχτηκε από τα χόρτα, τα ζιζάνια και τ' αγκάθια, ξελάφρωσε. Ο ήλιος τώρα θα διαπεράσει το χώμα και θα φτάσει κάτω, στα σωθικά της γης, οι ακτίνες θα φωτίσουν ακόμη περισσότερο τα μονοπάτια της Περσεφόνης.
Κι όταν μικρύνουν οι μέρες το αφυδατωμένο ποτάμι μας ελπίζω να γεμίσει πάλι νερό.
Μικρό χωριό μου σ' αγαπώ ψιθύρισα. Μια νυχτοπεταλούδα κάθισε στον ώμο μου.
16/6/25
"Ναι, αλλά εγώ κυνηγάω με ξόβεργες"
Μπορούσα να την ανταγωνιστώ σε όλα: στο ψάρεμα, στα μαθήματα, στο τρέξιμο, στα παραμύθια-τερατολογίες, σε όλα, εκτός από το κυνήγι με τις ξόβεργες.
Πετούσαν φωτιές τα μάτια της καθώς περιέγραφε τη διαδικασία. "Κόβω βλαστούς και όταν ξεραίνονται τους αλείφω με οξό, τους καρπούς ενός δέντρου που μας ήρθε από τα ξένα. Στο νησί λένε ότι το μετέφεραν οι Γενουάτες από την Κίνα. Ο οξός είναι μια πολύ ισχυρή κόλλα -καμμιά φορά τον ανακατεύω με μέλι και νερό. Έτσι γίνονται οι ξόβεργες. Τις βάζω πάνω στα δέντρα, στους θάμνους, σε κλαδιά στις όχθες του ποταμού, εκεί όπου θα περάσουν τα πουλιά. Μόλις το πουλάκι αγγίξει την ξόβεργα, αυτή κολλάει στο φτέρωμά του. Είναι αδύνατον να ξεφύγει. Τότε επεμβαίνω και το ξεκολλάω με μεγάλη μαεστρία για να μην το τραυματίσω".
Σταματούσε για λίγα δευτερόλεπτα και συνέχιζε με το βλέμμα στα κλουβιά με τα μικρά πουλάκια -καρδερίνες και φλώροι τα περισσότερα-,που κρέμονταν από τη μεγάλη βερυκοκιά του κήπου.
"Απολαμβάνουμε όλοι το κελάδημά τους το πρωί και το βράδυ λίγο πριν πέσει ο ήλιος". Ανατρίχιαζα, καθώς σκεφτόμουν το σπαραχτικό κελάδημα του πουλιού, με την καρδιά του να πάλλεται και με το ράμφος του να χτυπά τα κάγκελα.
"Καμμιά φορά τους βάζουμε και κανένα φρέσκο χορταράκι, έτσι κελαηδούν καλύτερα..."
Στο γυρισμό ο παππούς μου μου έδινε ψωμάκι για να ταΐσω τα χοντρά χρυσόψαρα στη λίμνη του κήπου του Προμπονά. Κι ελάφρυνα.
20/1/25
Ο καπνός από το τζάκι και την ξυλόσομπα στα ουράνια
Χειμώνας στην ελληνική ύπαιθρο με τον καπνό από το τζάκι και τη ξυλόσομπα να ανεβαίνει ψηλά στον ουρανό.
Την ανάβω τη φωτιά κάθε φορά που πηγαίνω στο χωριό μου. Υψώνεται σαν μπαϊράκι, ένδειξη ότι υπάρχουν ψυχές που κατοικούν και τριγυρίζουν στα πάτρια χώματα.
Το τραπέζι στήνεται με το άσπρο-μπλε τραπεζομάντηλο από τον αργαλειό της γιαγιάς μου, που δεν πρόλαβα να δω, γιατί ίσως πετάχτηκε ίσως πουλήθηκε για λίγες δεκάρες σε κάποιον από τους πλανόδιους πραματευτάδες πριν να γεννηθώ. Ευτυχώς έχουν μείνει τα μπακίρια, που έφερε ο παππούς από τα Γιάννενα. Είχε λάβει μέρος στις μάχες για την απελευθέρωση των Ιωαννίνων το 1913. Με καρύδια δικά μας, γεμίζω την μπακιρένια γαβάθα.
Το φαγητό είναι απλό αλλά εκλεκτό, γεύσεις της περιοχής που επιβιώνουν εδώ και χρόνια. Ζοχοί και ραδίκια βραστά, ρύζι με καυκαλίθρες, αγριομάρουλα, λάπαθα, όλα από το περιβόλι μας, σπαράγγια από το λόγγο. Πρωτόλαδο και κρασί πάντα ροζέ -για να θυμίζει το φλέρυ μας. Που και που έρχεται και κανένα πεσκέσι, κατσικίσια φέτα ή ζυγούρι από τον βοσκό στο δάσος με τις δρύες και τα κυκλάμινα.
Τρώμε σιωπηλά κι ευχαριστιόμαστε.
Αφήνουμε τα πατζούρια ανοιχτά για να δούμε το πρωί που θα σηκωθούμε την κορυφή του Μαινάλου, κάτασπρη από το χιόνι.
Σήμερα, ανέβηκα ψηλά κι αγνάντεψα το χωριό μου, χειμώνας και οι καπνοί από τις καμινάδες μετρημένοι στα δάχτυλα.
Και τότε θυμήθηκα τον Σπύρο Ασδραχά που μας μάγευε με τις ιστορίες από τα ταξίδια του Εβλιγιά Τσελεμπή.
14/1/25
Οι κρυφοί κήποι του Αυλώνα
Οι ποδηλατικοί περίπατοι στους κατάσπαρτους λόφους του Αυλώνα επιφυλάσσουν εκπλήξεις. Το τοπίο αλλάζει συνεχώς. Ελαιώνες, αμπέλια, σιτηρά, λαχανικά, αμυγδαλώνες, φάρμες ζώων και ένας μεγάλος στρατώνας. Ανάμεσα στους αγρούς συναντάμε παλιές βιομηχανίες, που κάποτε έσφυζαν από ζωή, σήμερα στέκονται βουβές ως ενθύμια μιας άλλης εποχής, που υποσχόταν οικονομική ανάπτυξη.
![]() |
| Φωτο: Ζιζή Σαλίμπα |
Κάθε χρόνο στις αρχές του χειμώνα πηγαίνουμε με τα ποδήλατα εκεί, στα σύνορα της Αττικής με τη Βοιωτία για να συλλέξουμε τις ζαρωμένες αλλά πεντανόστιμες ελιές που εξακολουθούν να παραμένουν αμάζευτες στα κλαδιά.
Αφήσαμε τα ποδήλατα στην άκρη του δρόμου, χαιρετήσαμε τους ανατολίτες εργάτες και ξεκινήσαμε το περπάτημα στο χωματόδρομο. Ξεμακραίνοντας, αντικρίσαμε τους μυστικούς κήπους με τα κόκκινα λάχανα, προστατευμένους από τις βρούβες που είχαν γίνει μεγάλοι θάμνοι, και από τα πράσινα αγκάθια. Κόψαμε λίγα φύλλα, τα δοκιμάσαμε. Ήταν σκληρά και πιπεράτα.
Φωτογραφίσαμε τα κόκκινα λάχανα και γυρίσαμε πίσω
Τελικά, οι ποδηλατικοί περίπατοι μού επιφυλάσσουν εκπλήξεις, καθώς απολαμβάνω με βραδύτητα και με τις πέντε αισθήσεις το χώμα και το χρώμα, έτσι όπως μεταλλάσσονται από το φως.
13/1/25
Με το σακκίδιο στην πλάτη και το καλάθι αδειανό
![]() |
| Φωτο: Ν. Διονυσόπουλος |
Καμμένα δέντρα, καρβουνιασμένοι θάμνοι, πίσσα βράχοι, μαύρο χώμα. Η μυρωδιά του καπνού σπιρούνιαζε τα ρουθούνια μας. Το οσφρητικό τοπίο από τις νοτισμένες πικροδάφνες και τα πλατάνια εξαφανίστηκε. Κοντά στο εκκλησάκι του Προφήτη Ηλία μια αλεπού έψαχνε κι αυτή με θράσος για τροφή. Αλληλοκοιταχτήκαμε για λίγα δευτερόλεπτα. Δεν πρόκειται να ξεχάσω ποτέ το απελπισμένο βλέμμα της.
Δεν βρήκα τίποτα να συλλέξω, ούτε χόρτα, ούτε μανιτάρια. Γύρισα με το καλάθι αδειανό.
Η λίμνη με το λευκό, μαρμάρινο φράγμα ως αντίδωρο της ημέρας των νερών και των Φώτων.
13/8/24
Η μουσμουλιά της θείας Γεωργίας
Το ταξίδι στη Μεταμόρφωση του Βύρωνα ήταν μια περιπέτεια, στα πρώτα χρόνια του '70. Εκεί πάνω ψηλά σε μια απότομη ανηφόρα, απέναντι από τα νταμάρια του Υμητού ήταν το σπιτάκι της θείας Γεωργίας. Η οδός Ακαδημίας ήταν έρημη όταν επιβιβαζόμαστε την Κυριακή το πρωί στο λεωφορείο για να την επισκεφθούμε. Κρατούσα σφιχτά στο χέρι μου το εισιτήριο, που μου το έκοβε ο εισπράκτορας με το πηλίκιο και χάζευα από το παράθυρο τα μικρά σπιτάκια με τα αυλιδάκια που διαδέχονταν το ένα το άλλο. Μου άρεσε το λεωφορείο, ανακατευόμαστε με κόσμο, και δεν είχε καμία σχέση με το πούλμαν που με πήγαινε σχολείο. Κάποια στιγμή πριν από λίγα χρόνια συνάντησα ένα τέτοιο λεωφορείο σε μία από τις οδοιπορίες μου στο Λύκαιο όρος και το απαθανάτισα. Στο τέρμα κατεβαίναμε για να σκαρφαλώσουμε στο σπίτι της.
Η θεία μας συνόδευε μέχρι την έξοδο μ' ένα χάρτινο σακουλάκι γεμάτο μούσμουλα. Μούσμουλα: μικρά, στρογγυλά, λαμπερά, κιτρινοπορτοκαλιά, ζουμερά. Όταν μεγάλωσα και εξοικιώθηκα με τον κόσμο των βιταμινών έμαθα ότι περιέχουν βιταμίνες Α, C, φολικό οξύ, καθώς και ισχυρή δόση αντιοξειδωτικών. Από τότε μέχρι σήμερα όποτε μου δίνεται η ευκαιρία, μπαίνω στις αυλές,τα κόβω και τις περισσότερες φορές τα τρώω επί τόπου. Λυκαβηττός, Μέγαρο Μουσικής, Σαλαμίνα, Καλαμάτα είναι τα μέρη που έχουν ακόμη μουσμουλιές. Γεμάτο αναμνήσεις η υπόξινη γεύση τους. Πολύτιμα δέντρα για την χαρτογράφηση των αθηναϊκών κήπων.
Αυτό που με μαγεύει με τα μούσμουλα είναι το μακρύ ταξίδι τους από την Κίνα στην Αττική του 19ου αιώνα κι από εκεί στην αυλή της θείας Γεωργίας στη Μεταμόρφωση του Βύρωνα.







