7/7/26

Τα κοράκια, οι συνεταίροι μου


Είχε φθινοπωριάσει για τα καλά, πρωί πρωί ξύπνησα από τα κραξίματα των κορακιών. Ολόκληρη οικογένεια είχε καταφτάσει συνεπής στο ραντεβού της, για το ετήσιο μάζεμα των καρυδιών.  Φτερούγιζαν και φλυαρούσαν ακατάπαυστα γύρω από τη μεγάλη καρυδιά, λες και με περίμεναν να δώσω το σύνθημα. Ντύθηκα βιαστικά και πετάχτηκα έξω. Τα καρύδια είχαν αρχίσει να σκάνε από το πράσινο περίβλημά τους. Κάποια, λίγα, είχαν αρχίσει να πέφτουν κάτω στο χώμα. Μόλις πλησίασα τα κοράκια άρχισαν με δεινή επιδεξιότητα να χτυπάνε με το ράμφος τους ένα-ένα τα καρύδια και να τα ρίχνουν κάτω στο χώμα. Ο αρχικόρακας φτερούγιζε γύρω μου, ένοιωθα να με παρατηρεί καθώς χτυπούσα απαλά και ρυθμικά με το μεγάλο κλαδί την καρυδιά για να πέσουν τα καρύδια. Είχε μεσημεριάσει για τα καλά όταν είχα μαζέψει τους καρπούς από το έδαφος. Κάθισα λίγο πιο πέρα στον ίσκιο του καλυβιού για να αφαιρέσω τη φλούδα τους. Έτσι ο καρπός των καρυδιών δεν μαυρίζει από την υγρασία και καθαρίζει εύκολα. Όταν τελείωσα, άπλωσα τα καρύδια στο μεγάλο τραπέζι της σκεπαστής ταράτσας του σπιτιού. Για να στεγνώσουν πλήρως χρειάζονται να μείνουν σε ξηρό και καλά αεριζόμενο χώρο για δύο βδομάδες περίπου. Το χειμώνα θα έχουμε καρύδια για τον μπακλαβά του Αγίου Νικολάου, για το πέστο με τα χειροποίητα λιγκουίνι, για την καρυδόπιτα, για τη γέμιση της γαλοπούλας και τις μεγάλες αναβάσεις στα όρη.
Την αγαπούσα πολύ αυτή την καρυδιά, γιατί μου θύμιζε το χτήμα μας πριν από τη μεγάλη φωτιά του 2007. Η καρυδιά που είχαμε τότε, δεν κάρπιζε ποτέ. Στέρφα την ανέβαζε και στέρφα την κατέβαζε η κυρά Θοδώρα. Μου είχε πει μάλιστα να της κάνω και μάγια: να της δέσω μια από τις νύχτες, που γεμίζει το φεγγάρι, γύρω από τον κορμό της ένα μεγάλο σκοινί με τρούπιες πέτρες. Δεν το έκανα ποτέ, από αμέλεια θα έλεγα και όχι επειδή δεν πίστευα στις γητειές. 
Η φωτιά πέρασε από το ρέμα στο χτήμα και έκαψε τις μηλιές, τις δαμασκηνιές και τη στέρφα καρυδιά. Δεν είχε περάσει ούτε ένας χρόνος όταν από τον καμένο κορμό πετάχτηκαν νέα βλαστάρια. Άφησα μόνο ένα, τα υπόλοιπα τα κλάδεψα. Μεγάλωσε το βλαστάρι, έγινε δέντρο, το φως ανεμπόδιστο από τα άλλα δέντρα χάιδευε τα κλαδιά της, το νερό άφθονο πότιζε τις ρίζες της. Και το θαύμα έγινε! Η καρυδιά  μεγάλωσε και κάρπισε. Τα καρύδια της βαστάνε από την πανάρχαιη αρκαδική ποικιλία, μικρά με μαλακό φλοιό και με σκούρο καρπό. 
Όταν το μάσιμο των καρυδιών είχε τελειώσει, βγήκα έξω, πλησίασα στην καρυδιά, κοίταξα προς τον ουρανό, τα κοράκια έφερναν βόλτες ευχαριστημένα.
Τα καρύδια είναι η μεγάλη αδυναμία τους.
Δεν ξεχνούσα ποτέ να τους αφήσω στο χώμα το μερτικό τους.