25/7/26

Οι λιβελούλες των αρκαδικών ποταμών




Στο Όνειρο καλοκαιρινής νύχτας του Σαίξπηρ και στις όχθες των αρκαδικών ποταμών τις μέρες  του Ιουλίου ξεθαρρεύουν τα ξωτικά και τα νεραϊδόνια. Το πρωί, καθώς οι αμέριμνοι πεζοπόροι βουτούν για λίγη δροσιά, αυτά μεταμορφώνονται σε λιβελούλες με διάφανα μπλε ίντιγκο φτερά, που στέκονται στον ώμο τους. Τις νύχτες φοράνε τα καλά τους κι έρχονται. Αγοράκια με γυμνή πλάτη και διάφανα φτερά στους ώμους τους με σουραύλια, κοπέλλες καβάλα σε ζαρκάδια με κουδούνια στα κέρατά τους, νεαρές γυναίκες με τα μωρά τους και τις πυγολαμπίδες να γίνονται φωτοστέφανο γύρω από το κεφαλάκι τους. Μαζί τους και οι πυργοδέσποινες, οι αρχοντοπούλες, που ξέμειναν από τους Φράγκους με τα τούλινα πέπλα τους και τα μεταξωτά φουστάνια τους, κρατώντας βεντάλιες από φτερά παγωνιού. Σχηματίζουν πομπή με τον θεό Πάνα που παίζει μονότονα, ακατάπαυστα τον αυλό του, μεθυσμένοι όλοι
από τις μυρωδιές της νύχτες και τη μουσική βυθίζονται στα ορμητικά νερά του Λούσιου, στα βαθιά νερά με τις ρουφήχτρες του Λάδωνα και εξαφανίζονται καταμεσής της νύχτας.


7/7/26

Τα κοράκια, οι συνεταίροι μου


Είχε φθινοπωριάσει για τα καλά, πρωί πρωί ξύπνησα από τα κραξίματα των κορακιών. Ολόκληρη οικογένεια είχε καταφτάσει συνεπής στο ραντεβού της, για το ετήσιο μάζεμα των καρυδιών.  Φτερούγιζαν και φλυαρούσαν ακατάπαυστα γύρω από τη μεγάλη καρυδιά, λες και με περίμεναν να δώσω το σύνθημα. Ντύθηκα βιαστικά και πετάχτηκα έξω. Τα καρύδια είχαν αρχίσει να σκάνε από το πράσινο περίβλημά τους. Κάποια, λίγα, είχαν αρχίσει να πέφτουν κάτω στο χώμα. Μόλις πλησίασα τα κοράκια άρχισαν με δεινή επιδεξιότητα να χτυπάνε με το ράμφος τους ένα-ένα τα καρύδια και να τα ρίχνουν κάτω στο χώμα. Ο αρχικόρακας φτερούγιζε γύρω μου, ένοιωθα να με παρατηρεί καθώς χτυπούσα απαλά και ρυθμικά με το μεγάλο κλαδί την καρυδιά για να πέσουν τα καρύδια. Είχε μεσημεριάσει για τα καλά όταν είχα μαζέψει τους καρπούς από το έδαφος. Κάθισα λίγο πιο πέρα στον ίσκιο του καλυβιού για να αφαιρέσω τη φλούδα τους. Έτσι ο καρπός των καρυδιών δεν μαυρίζει από την υγρασία και καθαρίζει εύκολα. Όταν τελείωσα, άπλωσα τα καρύδια στο μεγάλο τραπέζι της σκεπαστής ταράτσας του σπιτιού. Για να στεγνώσουν πλήρως χρειάζονται να μείνουν σε ξηρό και καλά αεριζόμενο χώρο για δύο βδομάδες περίπου. Το χειμώνα θα έχουμε καρύδια για τον μπακλαβά του Αγίου Νικολάου, για το πέστο με τα χειροποίητα λιγκουίνι, για την καρυδόπιτα, για τη γέμιση της γαλοπούλας και τις μεγάλες αναβάσεις στα όρη.
Την αγαπούσα πολύ αυτή την καρυδιά, γιατί μου θύμιζε το χτήμα μας πριν από τη μεγάλη φωτιά του 2007. Η καρυδιά που είχαμε τότε, δεν κάρπιζε ποτέ. Στέρφα την ανέβαζε και στέρφα την κατέβαζε η κυρά Θοδώρα. Μου είχε πει μάλιστα να της κάνω και μάγια: να της δέσω μια από τις νύχτες, που γεμίζει το φεγγάρι, γύρω από τον κορμό της ένα μεγάλο σκοινί με τρούπιες πέτρες. Δεν το έκανα ποτέ, από αμέλεια θα έλεγα και όχι επειδή δεν πίστευα στις γητειές. 
Η φωτιά πέρασε από το ρέμα στο χτήμα και έκαψε τις μηλιές, τις δαμασκηνιές και τη στέρφα καρυδιά. Δεν είχε περάσει ούτε ένας χρόνος όταν από τον καμένο κορμό πετάχτηκαν νέα βλαστάρια. Άφησα μόνο ένα, τα υπόλοιπα τα κλάδεψα. Μεγάλωσε το βλαστάρι, έγινε δέντρο, το φως ανεμπόδιστο από τα άλλα δέντρα χάιδευε τα κλαδιά της, το νερό άφθονο πότιζε τις ρίζες της. Και το θαύμα έγινε! Η καρυδιά  μεγάλωσε και κάρπισε. Τα καρύδια της βαστάνε από την πανάρχαιη αρκαδική ποικιλία, μικρά με μαλακό φλοιό και με σκούρο καρπό. 
Όταν το μάσιμο των καρυδιών είχε τελειώσει, βγήκα έξω, πλησίασα στην καρυδιά, κοίταξα προς τον ουρανό, τα κοράκια έφερναν βόλτες ευχαριστημένα.
Τα καρύδια είναι η μεγάλη αδυναμία τους.
Δεν ξεχνούσα ποτέ να τους αφήσω στο χώμα το μερτικό τους. 
 

16/7/25

Θερινό ηλιοστάσιο 2025

 

Το τοπίο παραμένει απαράλλαχτο, έτσι όπως ακριβώς ήταν όλα αυτά τα αναρίθμητα καλοκαίρια, έτσι όπως ακριβώς το βίωναν οι πρόγονοι μου. Κάποιο καλοκαίρι στα μέσα του 19ου αιώνα αποφάσισαν να εγκαταλείψουν τη Ζούρτσα και εγκατασταθούν μόνιμα στα πεδινά, στον κάμπο της Μεγαλόπολης. Εκεί που το κριθάρι έβγαινε άφθονο για τα άλογα του οθωμανικού ιππικού και τα ποτάμια χαράκωναν τα περιβόλια.

Είμαι έτοιμη να υποδεχθώ τη νύχτα με τ' αηδόνια και τα τσακάλια, με τους γαλαξίες και τ' αστέρια, με το ποτάμι στην άκρη, τον πλάτανο, τις ροδιές, τις δαμασκηνιές και τις μουριές. Και στο βάθος, στη Δύση, το κάστρο της Καρύταινας δεσπόζει στην άκρη του κάμπου.

Από τα χαράματα είχαμε πιάσει δουλειά. Το χτήμα ήταν παρατημένο. Ήρθε ο Γιώργος με τον καταστροφέα, ισοπέδωσε το έδαφος, ο Φώτης κι εγώ με τα χορτοκοπτικά καθαρίσαμε τους φράχτες και τη μάντρα από τον κισσό και τα βάτα. Ξαλαφρώσαμε τα δέντρα από τα κλαδιά, την καρυδιά και τη μουριά που εμπόδιζαν το φως να μπει στο καλύβι και την κορυφούλα του Μαίναλου να ξεπροβάλει στο χτήμα. Έπιανα με τα χέρια μου το χώμα και αυτό μου χάριζε την ύψιστη ικανοποίηση, μύριζε χορτάρι και άγρια μέντα. Έβγαλα το καπέλο μου και το ακούμπησα στο μικρό τραπεζάκι, μπροστά στο καλύβι.

Το χτήμα απαλλάχτηκε από τα χόρτα, τα ζιζάνια και τ' αγκάθια, ξελάφρωσε. Ο ήλιος τώρα θα διαπεράσει το χώμα και θα φτάσει κάτω, στα σωθικά της γης, οι ακτίνες θα φωτίσουν ακόμη περισσότερο τα μονοπάτια της Περσεφόνης.

Κι όταν μικρύνουν οι μέρες το αφυδατωμένο ποτάμι μας ελπίζω να γεμίσει πάλι νερό.


Μικρό χωριό μου σ' αγαπώ ψιθύρισα. Μια νυχτοπεταλούδα κάθισε στον ώμο μου.

16/6/25

"Ναι, αλλά εγώ κυνηγάω με ξόβεργες"

 "Ναι, αλλά εγώ κυνηγάω με ξόβεργες", μου έλεγε η εξαδέρφη μου η Σίσσυ, κάθε φορά που πήγαινα να επισκεφθώ την οικογένεια της γιαγιάς μου στον Προμπονά και με αποστόμωνε. 

Μπορούσα να την ανταγωνιστώ σε όλα: στο ψάρεμα, στα μαθήματα, στο τρέξιμο, στα παραμύθια-τερατολογίες, σε όλα, εκτός από το κυνήγι με τις ξόβεργες. 

Πετούσαν φωτιές τα μάτια της καθώς περιέγραφε τη διαδικασία. "Κόβω βλαστούς και όταν ξεραίνονται τους αλείφω με οξό, τους καρπούς ενός δέντρου που μας ήρθε από τα ξένα. Στο νησί λένε ότι το μετέφεραν οι Γενουάτες από την Κίνα. Ο οξός είναι μια πολύ ισχυρή κόλλα -καμμιά φορά τον ανακατεύω με μέλι και νερό.  Έτσι γίνονται οι ξόβεργες. Τις βάζω πάνω στα δέντρα, στους θάμνους, σε κλαδιά στις όχθες του ποταμού, εκεί όπου θα περάσουν τα πουλιά. Μόλις το πουλάκι αγγίξει την ξόβεργα, αυτή κολλάει στο φτέρωμά του. Είναι αδύνατον να ξεφύγει. Τότε επεμβαίνω και το ξεκολλάω με μεγάλη μαεστρία για να μην το τραυματίσω". 

Σταματούσε για λίγα δευτερόλεπτα και συνέχιζε με το βλέμμα στα κλουβιά με τα μικρά πουλάκια -καρδερίνες και φλώροι τα περισσότερα-,που κρέμονταν από τη μεγάλη βερυκοκιά του κήπου. 

"Απολαμβάνουμε όλοι το κελάδημά τους το πρωί και το βράδυ λίγο πριν πέσει ο ήλιος".  Ανατρίχιαζα, καθώς σκεφτόμουν το σπαραχτικό κελάδημα του πουλιού, με την καρδιά του να πάλλεται και με το ράμφος του να χτυπά τα κάγκελα. 

"Καμμιά φορά τους βάζουμε και κανένα φρέσκο χορταράκι, έτσι κελαηδούν καλύτερα..." 

Στο γυρισμό ο παππούς μου μου έδινε ψωμάκι για να ταΐσω τα χοντρά χρυσόψαρα στη λίμνη του κήπου του Προμπονά. Κι ελάφρυνα.




 

20/1/25

Ο καπνός από το τζάκι και την ξυλόσομπα στα ουράνια

Χειμώνας στην ελληνική ύπαιθρο με τον καπνό από το τζάκι και τη ξυλόσομπα να ανεβαίνει ψηλά στον ουρανό.
Την ανάβω τη φωτιά κάθε φορά που πηγαίνω στο χωριό μου. Υψώνεται σαν μπαϊράκι, ένδειξη ότι υπάρχουν ψυχές που κατοικούν και τριγυρίζουν στα πάτρια χώματα. Το τραπέζι στήνεται με το άσπρο-μπλε τραπεζομάντηλο από τον αργαλειό της γιαγιάς μου, που δεν πρόλαβα να δω, γιατί ίσως πετάχτηκε ίσως πουλήθηκε για λίγες δεκάρες σε κάποιον από τους πλανόδιους πραματευτάδες πριν να γεννηθώ. Ευτυχώς έχουν μείνει τα μπακίρια, που έφερε ο παππούς από τα Γιάννενα. Είχε λάβει μέρος στις μάχες για την απελευθέρωση των Ιωαννίνων το 1913. Με καρύδια δικά μας, γεμίζω την μπακιρένια γαβάθα.
Το φαγητό είναι απλό αλλά εκλεκτό, γεύσεις της περιοχής που επιβιώνουν εδώ και χρόνια. Ζοχοί και ραδίκια βραστά, ρύζι με καυκαλίθρες, αγριομάρουλα, λάπαθα, όλα από το περιβόλι μας, σπαράγγια από το λόγγο. Πρωτόλαδο και κρασί πάντα ροζέ -για να θυμίζει το φλέρυ μας. Που και που έρχεται και κανένα πεσκέσι, κατσικίσια φέτα ή ζυγούρι από τον βοσκό στο δάσος με τις δρύες και τα κυκλάμινα.
Τρώμε σιωπηλά κι ευχαριστιόμαστε.
Αφήνουμε τα πατζούρια ανοιχτά για να δούμε το πρωί που θα σηκωθούμε την κορυφή του Μαινάλου, κάτασπρη από το χιόνι.
Σήμερα, ανέβηκα ψηλά κι αγνάντεψα το χωριό μου, χειμώνας και οι καπνοί από τις καμινάδες μετρημένοι στα δάχτυλα.
Και τότε θυμήθηκα τον Σπύρο Ασδραχά που μας μάγευε με τις ιστορίες από τα ταξίδια του Εβλιγιά Τσελεμπή.










14/1/25

Οι κρυφοί κήποι του Αυλώνα



Είναι πιο όμορφα κι από λουλούδια! Κόκκινα λάχανα, μπουκέτα, λαμπερά από τη χειμερινή βροχή και τις τελευταίες επίμονες ακτίνες του ήλιου που δύει... 
Οι ποδηλατικοί περίπατοι στους κατάσπαρτους λόφους του Αυλώνα επιφυλάσσουν εκπλήξεις. Το τοπίο αλλάζει συνεχώς. Ελαιώνες, αμπέλια, σιτηρά, λαχανικά, αμυγδαλώνες, φάρμες ζώων και ένας μεγάλος στρατώνας. Ανάμεσα στους αγρούς συναντάμε παλιές βιομηχανίες, που κάποτε έσφυζαν από ζωή, σήμερα στέκονται βουβές ως ενθύμια μιας άλλης εποχής, που υποσχόταν οικονομική ανάπτυξη. 
Το χωριό είναι κτισμένο μεταξύ της γραμμής του τρένου και της εθνικής οδού. Κακο-σάλεσι λεγόταν μέχρι το 1927, φανερώνοντας τις δυσκολίες που είχαν οι περαστικοί για να μεταβούν από τη Χαλκίδα προς την Αθήνα και όχι μόνο. Οι ακτήμονες διεκδίκησαν  με αγώνες τη γη που καλλιεργούσαν χρόνια, από τον τραπεζίτη, πολιτικό, μεγαλοτσιφλικά  Ανδρέα Συγγρό. 
Φωτο: Ζιζή Σαλίμπα
Με κατεύθυνση από την Αθήνα προς το χωριό συναντάμε στο αριστερό μας χέρι τη βίλα της οικογένειας του Αντώνη Ζυγομαλά,  διπλωμάτη και υπουργού που συμπορεύθηκε με τους ακτήμονες για την απόκτηση κλήρου. Ένα μεγάλο μέρος των σημερινών κατοίκων του Αυλώνα είναι μετανάστες που απασχολούνται  ως εργάτες γης  από τη Νότια Ασία, την Ινδία,το Πακιστάν και το Μπαγκλατές. 
Κάθε χρόνο στις αρχές του χειμώνα πηγαίνουμε με τα ποδήλατα εκεί, στα σύνορα της Αττικής με τη Βοιωτία για να συλλέξουμε τις ζαρωμένες αλλά πεντανόστιμες ελιές που εξακολουθούν να παραμένουν αμάζευτες στα κλαδιά. 
Αυτό το απόγευμα κατευθυνθήκαμε προς τα βόρεια, εκεί που υπάρχουν τα θερμοκήπια με καλλιεργούμενα λαχανικά, και οι αγροί με τις ποικιλίες του μαρουλιού, τις λόλες, τα iceberg, τα άσπρα και τα κόκκινα λάχανα και τα καρότα. 
Αφήσαμε τα ποδήλατα στην άκρη του δρόμου, χαιρετήσαμε τους ανατολίτες εργάτες και ξεκινήσαμε το περπάτημα στο χωματόδρομο. Ξεμακραίνοντας, αντικρίσαμε τους μυστικούς κήπους με τα κόκκινα λάχανα, προστατευμένους από τις βρούβες που είχαν γίνει μεγάλοι θάμνοι, και από τα πράσινα αγκάθια. Κόψαμε λίγα φύλλα, τα δοκιμάσαμε. Ήταν σκληρά και πιπεράτα. 
Φωτογραφίσαμε τα κόκκινα λάχανα και γυρίσαμε πίσω
Τελικά, οι ποδηλατικοί περίπατοι μού επιφυλάσσουν εκπλήξεις, καθώς απολαμβάνω με βραδύτητα και με τις πέντε αισθήσεις το χώμα και το χρώμα, έτσι όπως μεταλλάσσονται από το φως.






13/1/25

Με το σακκίδιο στην πλάτη και το καλάθι αδειανό

 

Φωτο: Ν. Διονυσόπουλος
Φωτο: Ν. Διονυσόπουλος
Κυκλάμινα! ανάμεσα στους καμένους βράχους από την ανελέητη καλοκαιριάτικη φωτιά της Αττικής. Ελπίζοντας στην εποχή της ανυδρίας και ανεβαίνοντας από τον Πύργο της Οινόης  στη λίμνη του Μαραθώνα, μέσα από το φαράγγι του ποταμού Χάραδρου. 

Καμμένα δέντρα, καρβουνιασμένοι θάμνοι, πίσσα βράχοι, μαύρο χώμα. Η μυρωδιά του καπνού σπιρούνιαζε τα ρουθούνια μας. Το οσφρητικό τοπίο από τις νοτισμένες πικροδάφνες και τα πλατάνια εξαφανίστηκε.  Κοντά στο εκκλησάκι του Προφήτη Ηλία μια αλεπού έψαχνε κι αυτή με θράσος για τροφή.  Αλληλοκοιταχτήκαμε για λίγα δευτερόλεπτα. Δεν πρόκειται να ξεχάσω ποτέ το απελπισμένο βλέμμα της.

Δεν βρήκα τίποτα να συλλέξω,  ούτε χόρτα, ούτε μανιτάρια. Γύρισα με το καλάθι αδειανό.

Η λίμνη με το λευκό, μαρμάρινο φράγμα ως αντίδωρο της ημέρας των νερών και των Φώτων.




13/8/24

Η μουσμουλιά της θείας Γεωργίας

Το ταξίδι στη Μεταμόρφωση του Βύρωνα ήταν μια περιπέτεια, στα πρώτα χρόνια του '70. Εκεί πάνω ψηλά σε μια απότομη ανηφόρα, απέναντι από τα νταμάρια του Υμητού ήταν το σπιτάκι της θείας Γεωργίας. Η οδός Ακαδημίας ήταν έρημη όταν επιβιβαζόμαστε την Κυριακή το πρωί στο λεωφορείο για να την επισκεφθούμε. Κρατούσα σφιχτά στο χέρι μου το εισιτήριο, που μου το έκοβε ο εισπράκτορας με το πηλίκιο και χάζευα από το παράθυρο τα μικρά σπιτάκια με τα αυλιδάκια που διαδέχονταν το ένα το άλλο. Μου άρεσε το λεωφορείο, ανακατευόμαστε με κόσμο, και δεν είχε καμία σχέση με το πούλμαν που με πήγαινε σχολείο. Κάποια στιγμή πριν από λίγα χρόνια συνάντησα ένα τέτοιο λεωφορείο σε μία από τις οδοιπορίες μου στο Λύκαιο όρος και το απαθανάτισα. Στο τέρμα κατεβαίναμε για να σκαρφαλώσουμε στο σπίτι της. 

Η θεία μας υποδεχόταν χαμογελαστή και με κραυγές ενθουσιασμού.  Καθόμαστε σχεδόν πάντα στην αυλή κάτω από τον παχύ ίσκιο της μουσμουλιάς. Εκεί συναντούσα και τα ξαδέρφια μου, όπου παίζαμε διάφορα επιτραπέζια παιχνίδια από φιδάκι έως μονόπολη. Όταν βγαίνανε τα μούσμουλα,  προς τα τέλη της άνοιξης, εμείς τα παιδιά τα κόβαμε τα βάζαμε σε ένα τσίγκινο ταψάκι και μετά τα πλέναμε στη βρύση της αυλής. H θεία Γεωργία τα συνόδευε πάντοτε με μια μεγάλη καράφα δροσερό νερό. 
Αργά το απόγευμα παίρναμε το δρόμο του γυρισμού. 
Η θεία μας συνόδευε μέχρι την έξοδο μ' ένα χάρτινο σακουλάκι γεμάτο μούσμουλα. Μούσμουλα: μικρά, στρογγυλά, λαμπερά, κιτρινοπορτοκαλιά, ζουμερά. Όταν μεγάλωσα και εξοικιώθηκα με τον κόσμο των βιταμινών έμαθα ότι περιέχουν βιταμίνες Α, C, φολικό οξύ, καθώς και ισχυρή δόση αντιοξειδωτικών. Από τότε μέχρι σήμερα όποτε μου δίνεται η ευκαιρία, μπαίνω στις αυλές,τα κόβω και τις περισσότερες φορές τα τρώω επί τόπου. Λυκαβηττός, Μέγαρο Μουσικής, Σαλαμίνα, Καλαμάτα είναι τα μέρη που έχουν ακόμη μουσμουλιές. Γεμάτο αναμνήσεις η υπόξινη γεύση τους. Πολύτιμα δέντρα για την χαρτογράφηση των αθηναϊκών κήπων.

 Αυτό που με μαγεύει με τα μούσμουλα είναι το μακρύ ταξίδι τους από την Κίνα στην Αττική του 19ου αιώνα κι από εκεί στην αυλή της θείας Γεωργίας στη Μεταμόρφωση του Βύρωνα.




6/7/24

Οι αγριοφράουλες των βουνών

Αγριοφράουλες, το εκλεκτότερο καλοκαιρινό φρούτο για τον πεζοπόρο των βουνών. Μικροσκοπικές, με λαμπερό κόκκινο χρώμα, ζουμερές, με έντονο άρωμα και γλυκιά γεύση. Κρύβονται κάτω από μεγαλύτερους θάμνους ή ανάμεσα στο ψηλό παχύ χορτάρι. Μαίναλο, Άγραφα, Πίνδος, από τον Ιούνιο τις αναζητώ στα δάση τους, με τα έλατα, τα μαυρόπευκα και τους κέδρους. Εκεί που υπάρχει νερό και πηγαίνουν τα ζώα. Δίπλα από τις ροοκρήνες, που σταματώ για να ξαποστάσω και να ξεδιψάσω ή στα ρυάκια, κάτω από τις φτέρες. Δεν τις συλλέγω ποτέ, τις τρώω αμέσως γιατί δεν μπορώ να αντέξω στον πειρασμό. Τότε μου ξυπνούν παιδικές ακόμα και προγονικές μνήμες, για συναισθηματικές πληγές που ίσως είναι δικές μου, ίσως και όχι. Η γεύση τους με οδηγεί στη μητρική αγκαλιά και το χρώμα τους στα τραύματα που μου προκάλεσε ή εγώ προκάλεσα στην οικογένειά μου, αλλά και στις χαρές, στις απολαύσεις του στρωμένου τραπεζιού και των ψιθύρων του μεσημεριού στη βεράντα. 
Εχθές το βράδυ ονειρεύτηκα ότι ήμουν στην πατρίδα του Μπέργκμαν και έτρωγα αγριοφράουλες και όχι λωτούς. Κατάφερα να ξεφύγω από τη χώρα των Λωτοφάγων.




2/7/24

Οι μετανάστες της νύχτας

Από τις πρώτες νύχτες της άνοιξης στο χωριό.

Πέταξε η κουκουβάγια μόλις το αυτοκίνητο σταμάτησε κι έσβησε τα φώτα.   

Φρρ, φρρ,  προς το μπαλκόνι του σπιτιού. Το φτερούγισμά της το αισθάνομαι πάντα σαν καλωσόρισμα. Κάτι σαν ειδοποίηση για όλους αυτούς που κατοικούν αόρατοι εδώ και χρόνια σ' αυτό το κτήμα. Με περιμένει πάντα  στην ίδια θέση, στο ίδιο κλαρί, πάνω στο κυπαρίσσι.

Χρακ, χρακ, οι γάτες, μέσα στα χόρτα,διέκοψαν για λίγα λεπτά το κυνήγι και έφυγαν τρέχοντας προς τη ρεματιά. 

βρεκεκέξ-κουάξ-κουάξ, τα βατράχια ερωτοτροπούσαν δυνατά, εκκωφαντικά. Χορτασμένα από τα κουνούπια και τις πεταλούδες είχαν ξαπλώσει στο χορτάρι.

ουά, ουά, τα τσακάλια είχαν κατέβει στο ποτάμι για να αναζητήσουν τροφή και νερό, θρηνούσαν όλα μαζί σαν μωρά. 

τοκ, τοκ, τοκ, το κουνάβι, άνοιξα την πόρτα στο καλύβι και το άκουσα τα φεύγει από τη στέγη.  

βα, βα, βα, η πονηρή αλεπού με την φουντωτή ουρά θα προσπαθήσει να εισβάλλει στο κοτέτσι του γείτονα για ν' αρπάξει την όρνιθα.

Μπήκα στο καλύβι, άνοιξα τα παράθυρα.

σς, σς, δυο-τρεις πεταλούδες της νύχτας κατευθύνθηκαν προς το φως της λάμπας.

Ήταν αργά, πολύ αργά όταν έπεσα στο κρεβάτι για ύπνο. 

κλιγκ, γκλιιγκ, γκλιγγκ τα αηδόνια τραγουδούσαν. Το καθένα περιμένει τη σειρά του, αφού σταματήσει το προηγούμενο, με μικρές σιωπές μεταξύ τους.

Δεν θέλησα ποτέ να τα αναζητήσω,
μου αρκούσε που απολάμβανα αυτό το μοναδικό προνόμιο: το κελάηδημά τους.


Φωτιά!

Φωτιά άρχισε να κυκλώνει το σπίτι των Σπετσών. Ο ουρανός ήταν γκρίζος με πυκνά σύννεφα μαύρα. Η εκκλησία του προφήτη Ηλία, μακριά, έλαμπε από τις φλόγες. Και η φωτιά άρχισε να κατεβαίνει από την Άγια Άννα, προς το μικρό σπιτάκι του ερημήτη και έζωσε τα κτήματα της Μπουμπουλίνας. Με σμιχτά φρύδια, γεμάτο οργή, η κυρά των Σπετσών παρακολουθούσε το θέαμα. Σκοτάδι πυκνό, φωνές παιδιών και γερόντων που παρακολουθούσαν τη θεία λειτουργία στον Άη Γιάννη. Μα ήταν πρωί, απόγευμα, βράδι; δεν μπορούσα να καταλάβω.

Άρπαξα την Αμαζόνα, το μπλε Volvo του πατέρα μου και μπήκα στην βοτσαλωτή είσοδο του σπιτιού μας. Η μητέρα μου έστεκε ατάραχη, χαμογελαστή, με μαύρα γυαλιά πάνω στο αμαξάκι του κυρ-Μανόλη. Ήμουν μόνη. Μπήκα γρήγορα στο δωμάτιό μου. Πίσω από την πόρτα ήταν η απόχη μου, δώρο του παππού μου από την Πανελλήνια αγορά, τη βούτηξα γρήγορα.  Άνοιξα τον κωμό και πήρα την ξύλινη κασετίνα του με τα σύνεργα ψαρικής, αγκίστρια, φελούς, βαρύδια... Στο πάνω  συρτάρι βρήκα παλιά εγχειρίδια γεωπονικής και μελισσομίας. Είχε αφήσει μέσα εκεί και το πιστόλι του, που έριχνε πυροτεχνήματα στην εορτή της Παναγιάς της Αρμάτας.  Θα επιστρέψει ο παππούς και θα το γυρεύει σκέφτηκα. Δεν το πείραξα. Πεταμένο σε μια άκρη στη γωνία του δωματίου, ήταν το καπέλο του μελισσοκόμου. Το φόρεσα αμέσως, μέσα στον πανικό μου, κατευθύνθηκα προς την εξώπορτα.

Άφησα ορθάνοιχτες τις πόρτες κι έφυγα με την "Αμαζόνα" για πάντα, χωρίς να χαιρετήσω, χωρίς να κοιτάξω πίσω.

Ξύπνησα στις δύο μετά τα μεσάνυχτα, κάθιδρη. Ήμουν στην Αθήνα, στο σπίτι μου στη Μαβίλη. Έβγαλα από το χρονοντούλαπο την εικόνα του σπιτιού των Σπετσών, με τους γονείς μου μπροστά. Οφείλω να ομολογήσω ότι ο πατέρας μου, στο διάστημα των τριών μηνών που περνούσαμε εκεί τα καλοκαίρια, μας επισκεπτόταν σπανιότατα.

26/2/24

Λακτάριος ο εύγευστος


Αποφασίσαμε να ενδώσουμε στη γοητεία του γεναριάτικου κρύου στο Μαίναλο. Πήραμε το μονοπάτι από το Χρυσοβίτσι με προορισμό το Διάσελο Ναυαρίνου. Ο ουρανός, γεμάτος από βαρειά, αμετακίνητα σύννεφα και τα έλατα πυκνά, ούτε ένα πουλί δεν ακουγόταν. Αισθανόμουν ότι όλο και περισσότερο με απορροφούσε το τοπίο, σαν να μην μπορούσα να ξεφύγω από το βρύινο χώμα, σαν τα ρουθούνια μου να έχουν πλημμυρίσει από την οσφρητική πανδαισία του βουνού και το βλέμμα μου να αναζητά λίγο περισσότερο φως. Τα αγριογούρουνα είχαν επισκεφθεί το μονοπάτι πολύ πριν από εμάς. Είχαν σκάψει αναζητώντας τροφή: βολβούς, ρίζες και σκουλήκια. Είχαν ξυστεί στους κορμούς των δένδρων, είχαν στριφογυριστεί στις λούτσες και είχαν αφήσει τα ίχνη τους στο υγρό χώμα.
Και, ιδού τα μανιτάρια λαμπερά, φρέσκα, προκλητικά να ξεπροβάλλουν πάνω στο παχύ υγρό χαλί και στους πεσμένους κορμούς. Οι πολύχρονες υλοτομήσεις του βουνού έχουν διαμορφώσει το ιδανικό περιβάλλον για την ανάπτυξη των μανιταριών που εδώ και χρόνια το έδαφος καλύπτεται με κλαδάκια, βελόνες, και βρύα, από τις συχνές υλοτομήσεις. Σε χρώμα έντονο πορτοκαλί τα μανιτάρια "Λακτάριος" σχημάτιζαν ολόκληρες αποικίες. Έβγαλα το σακκούλι μου από το σακίδιο και άρχισα να συλλέγω. Δεν είχα προβλέψει ούτε καλάθι, ούτε πινελάκι για να τα καθαρίζω. Όταν γυρίσαμε στο χωριό, τα ξεπλύναμε με άφθονο νερό, τα στραγγίξαμε και τα γευτήκαμε. Τηγανιτά-πανέ και στο φούρνο με πρωτόλαδο, σκόρδο και μαυροδάφνη.




22/1/24

Ο Μαλόκεδρος, προς τις Πόρτες Αγράφων

 

Ξεκινήσαμε το πρωί από το καταφύγιο Ελατάκος (1.450μ.), που δημιουργήθηκε και συντηρείται από τον Ελληνικό Ορειβατικό Σύλλογο Καρδίτσας (ΕΟΣΚ). Ένα μικρό ξύλινο σπιτάκι σε ένα ξέφωτο, με μεγάλους ξύλινους πάγκους στον περίβολο και δυνατότητες διανυκτέρευσης. Ανηφορίσαμε στο βουνό με τελικό προορισμό την τοποθεσία "Πόρτες". Σταματήσαμε για να ξαποστάσουμε στην Περδικόβρυση με το λιγοστό νερό και τη μεγάλη ποτίστρα για τα ζωντανά. Γευθήκαμε τις αγριοφράουλες, απολαύσαμε τη θέα προς τη λίμνη του Μέγδοβα και το όρος Βουτσικάκι. Συνεχίσαμε ανατολικά διασχίζοντας τα λιβάδια με την αλπική βλάστηση. Το τοπίο γινόταν βραχώδες. Ένας μαλόκεδρος προσπαθούσε να ορθώσει το ανάστημά του ανάμεσα στα έλατα. Οι κανόνες της φύσης αποδεικνύονται αδυσώπητοι για όλα τα έμβια όντα, όχι μόνο για τους ανθρώπους. Τα τελευταία χρόνια στα Άγραφα δεν υπάρχουν πια μεγάλα κοπάδια, η κτηνοτροφία έχει σταματήσει, τα ζώα δεν βόσκουν στο βουνό. Ο έλατος αναπτύσσεται ταχύτατα, σε σχέση με τον μαλόκεδρο, έτσι τον περνάει στο ύψος, του κρύβει το φως, τον σκεπάζει και τον ξεραίνει. Ο μαλόκεδρος (Juniperus foetidissima) μετανάστευσε στην Ελλάδα από τον Λίβανο και είναι ένα από τα δώδεκα είδη κέδρων, που υπάρχουν στον κόσμο. 
Έβγαλα από το σακίδιό μου, το πάνινο σακκουλάκι μου και μάζεψα τους καρπούς του, τα κεδροκούκουτσα. Δεν παραλείπω ποτέ να τους συλλέγω, όπου κι αν συναντώ μαλόκεδρους, στον Πάρνωνα, στην Οίτη αλλά και στον Σχοινιά της Αττικής. 

Τους αποξηραίνω και τους χρησιμοποιώ μαζί με τους καρπούς των σχίνων για να μαρινάρω τα ψάρια. Επίσης, τα κεδροκούκουτσα χρησιμοποιούνται και στη μαρινάδα του αγριογούρουνου. Δίνουν ένα οξύ, ξεχωριστό άρωμα και γεύση που ταιριάζουν με τα ξερά βερύκοκα και δαμάσκηνα, έξοχα συνοδευτικά για το κρέας του κυνηγιού. Συνεχίσαμε την πορεία μας ανάμεσα σε βράχια για να φτάσουμε στην τοποθεσία "Πόρτα Αγράφων".
Αγναντεύσαμε πέρα μακριά την κορυφή του όρους Μπορλέρο.




16/11/23

Για τσάι του βουνού στη Σβόνη Αγράφων

Καταμεσήμερο στο κατακαλόκαιρο ξεκινήσαμε ο Γρηγόρης, η Δήμητρα κι εγώ.  Είχε προ πολλού περάσει η εορτή του Άι-Λια, τότε που σχεδόν όλοι ανεβαίνοντας στις κορυφές για να προσκυνήσουν μαζεύουν τσάι του βουνού. Καθώς σκαρφαλώναμε στις χορταριασμένες πλαγιές της Σβόνης το τσάι όλο και πλήθαινε. Αποικίες ολόκληρες από το βότανο ξεπρόβαλαν μέσα από τις σχισμές των μικρών αλλά αιχμηρών βράχων. Οι βλαστοί από τα σέπαλα άστραφταν στον ήλιο κι έμοιαζαν με αιχμές δόρατος. Τότε κατάλαβα γιατί το τσάι του βουνού ονομάζεται και σιδερίτης. Με είχε κυριεύσει η απληστία. Έκοβα προσεκτικά με το ψαλιδάκι μου τους μίσχους, για να μην εκριζωθούν τα φυτά και τους έβαζα στην πάνινη τσάντα μου. 
Όσο ανεβαίναμε  το βουνό γινόταν όλο και πιο απόκρημνο. Λίγα
βήματα πριν από την κορυφή κοίταξα προς τα κάτω, μπρος γκρεμός, παντού γκρεμός.  Αποκαμωμένη από την προσπάθεια και τον ήλιο τα γόνατά μου λύγισαν και βρήκα καταφύγιο στη στενή κοιλότητα ενός βράχου.  Άνοιξα το σακίδιο, είχα μόνο νερό, δεν είχα καραμέλες δεν είχα ξερά φρούτα, δεν είχα σοκολάτα, δεν είχα τίποτα τονωτικό. Αισθανόμουν ζαλάδα και φοβόμουν. Η Δήμητρα από δίπλα μου με παρακινούσε να σταθώ όρθια, για να μου περάσει ο πανικός. Τότε ξαφνικά ένα τσοπανόσκυλο άρχισε να σκαρφαλώνει, έφτασε κοντά μου και μ' αγκάλιασε. Έγλειφε τον ιδρώτα στο λαιμό μου. Σαν να μου έδινε φιλιά. Αυτό ήταν!  Σηκώθηκα στα πόδια μου και συνέχισα για την κορυφή!
 
Το απόγευμα στον οντά άνοιξα το βοτανολογικό λεξικό και διάβασα: Τσάι του βουνού "Σιδερίτης". Η ονομασία του αποδίδεται στον Διοσκουρίδη ο οποίος θεωρεί ότι το φυτό επουλώνει τις πληγές που προκαλούνται από σιδερένια αντικείμενα, αλλά και στο γεγονός ότι διαθέτει άφθονο σίδηρο. Το τσάι του βουνού είναι εξαιρετικά αποτελεσματικό για την αντιμετώπιση των κρυολογημάτων, των αναπνευστικών προβλημάτων και του επίμονου βήχα, είναι τονωτικό, αποτοξινωτικό, σπασμολυτικό και στυπτικό. Έχει χαλαρωτική και αγχολυτική δράση. Βοηθάει στην πρόληψη του καταπολεμά τον καρκίνο, χάρη στις αντιοξειδωτικές ουσίες που περιέχει.
          Τσάι του βουνού, λοιπόν, γιατί σε όλα κάνει καλό!








23/3/23

Εξορία είναι οι καρποί

Αρχίζω και νοσταλγώ. Εγκλεισμένη στη μικροσκοπική κουζίνα της πόλης μου. φορά που ανοίγω τη γυάλα με την κομπόστα δαμάσκηνα, αισθάνομαι σαν μετανάστρια στην πόλη μου. Σκέφτομαι τα διατεταγμένα ζεύγη και νοσταλγώ: Λίμνη Τάκα-κεράσια, Λύκαιο όρος-καρύδια, Αχλαδόκαμπος-ελιές, Πάρνωνας-κάστανα.

Κάθε φορά που ανοίγω το γυάλινο βάζο   με  τα δαμάσκηνα αισθάνομαι σαν   μετανάστρια στην πόλη μου. Σκέφτομαι τα διατεταγμένα ζεύγη και νοσταλγώ:

Λίμνη Τάκα-κεράσια, 

Λύκαιο όρος-καρύδια, 

Αχλαδόκαμπος-ελιές, 

Πάρνωνας-κάστανα.  

                                           Το σπίτι μου είναι οι δαμασκηνιές μου. 
                                 Αρχίζω να νοσταλγώ. 
                                           Εγκλεισμένη στη μικροσκοπική κουζίνα της     
                                           πόλης μου.

13/7/20

Ο Φαύνος - Τροφοσυλλέκτης

Σάββατο 11 Ιουλίου, στις παρυφές της Μίνθης. Τα μάτια μου έτσουζαν από τον ήλιο και τον ιδρώτα.  Ήμουν σίγουρη ότι ήταν αυτός.  Κρυβόταν πίσω από τα φύλλα μιας αχλαδιάς, που είχε φυτρώσει στο χείλος του γκρεμού. 
Γυμνός, τριχωτός. Θεός; ημίθεος; 
Ο φαύνος. 
Μου χαμογέλασε στιγμιαία και με κοίταξε από την κορυφή μέχρι τα νύχια με απίστευτη θρασύτητα.  Άπλωσε το χέρι του προς το μέρος μου και άνοιξε την παλάμη του. 
Μικρά ολοστρόγγυλα πορτοκάλια. 
Μου τα πρόσφερε. 
Τα πήρα, βύθισα τα νύχια μου στη σάρκα τους και πλησίασα δυο βήματα προς το μέρος του. Η οξύτητά τους μούδιασε τα ρουθούνια μου. Τα έβαλα στο σακίδιο μου. 
Προσπεράσαμε τη Ζούρτσα, εκείνος με πιρουέτες, από δέντρο σε δέντρο. Μου έκοβε την ανάσα. Χαμογελούσε σαρδόνια. 
Ξεπεταγόταν πάντα ένα βήμα μπροστά μου, άλλοτε μ' ένα κλαδί φασκόμηλο κι άλλοτε ξεγελούσε την αγωνία μου με ανθισμένη βαλεριάνα. 
Φτάσαμε στη μεγάλη στάνη. Ρήμαξε τη μουριά. Κατάπινε με απληστία τους καρπούς της. Μου έδειξε τη βαμμένη παλάμη του. 
Ζήλεψα. Το κατάλαβε. Έβαλε δυο-τρία μούρα κατευθείαν στο στόμα μου.
Ξάπλωσε κάτω από της δάφνης τα φύλλα και περίμενε πότε θα ξεκινήσουμε πάλι μαζί. 
Φτάσαμε μέχρι τη "Ντουνά Βρύση" στην Παύλιτσα. Ήπια νερό και αποκοιμήθηκα. 
Τον ξανάδα στις Βάσσες. Ήταν προπομπός στα κατσίκια που κύκλωσαν τη σκηνή. Κρατούσε ρίγανη από του Επικούριου Απόλλωνα το ναό. 
"Η μεγάλη πεδιάδα είναι γεμάτη φρούτα. Ξεκινάμε". 
Στα περιβόλια της Τεγέας, μαζέψαμε βύσσινα και κεράσια. 
Ο Φαύνος-Τροφοσυλλέκτης μου χάρισε ένα CD με αμανέδες της Ανατολής κι εξαφανιστήκαμε από την οθόνη. 

2/10/19

Leontopodium alpinum ή edelweiss


Η παιδική μου ηλικία σημαδεύτηκε από την ταινία-μιούζικαλ "Η Μελωδία της Ευτυχίας". Ήξερα απέξω όλα τα τραγούδια. Τα ψιθύριζα μόνη μου καθώς στριφογύριζα φορώντας τις γόβες και το κολιέ με τις διαφανείς πέρλες της νονάς μου. Κάναμε αυτοσχέδια χορωδία και τα τραγουδούσαμε δυνατά με τα άλλα κορίτσια στην πεντάδα του σχολικού λεωφορείου, κάθε μεσημέρι, στο γυρισμό για το σπίτι. Έσερνα τη μητέρα μου σε κάθε θερινό σινεμά κι έβλεπα και ξανάβλεπα την ταινία. 

Επηρεασμένη από το αγαπημένο μου μιούζικαλ ονειρευόμουν να αγγίξω ένα edelweis.
Και συνέβη το 2017,
στις Ιουλιανές Άλπεις,στα 2.050 μέτρα. Ανεβαίναμε ψηλά στα βραχώδη όρη, σε στενό μονοπάτι. Ξεπνοημένη από την πορεία, κοιτάζοντας τον γκρεμό είδα τα αγαπημένα μου χνουδωτά, άοσμα λουλούδια, τα edelweiss. Το χρώμα τους ήταν άσπρο σαν τα δάκρυα της βασίλισσας του χιονιού, στα παραμύθια ή το χρώμα των πάγων την ώρα που φυσάει ο αέρας. 
Έκοψα μόνο ένα και το τοποθέτησα με προσοχή στις σελίδες από το σημειωματάριό μου.
Έφτασα στο καταφύγιο αργά. Έφαγα σούπα γκούλας με μια φέτα ψωμί.
...Το ξανθό γαλανομάτικο αγόρι φορούσε καρό πουκάμισο και καστόρινο σορτς με τιράντες όταν ανέβηκε στο βουνό για να συλλέξει edelweiss. Kατέβηκε τρέχοντας στο χωριό, προσέφερε το δυσεύρετο λουλούδι στην αγαπημένη του και της έκανε πρόταση γάμου. Μια ευγενής πράξη (edel) με το λευκό (weiss) της αγνότητας.  





21/9/17

Το φεγγάρι ανατέλλει από τον μαντρότοιχο του σπιτιού μου

Το φεγγάρι ανατέλλει από τον μαντρότοιχο του σπιτιού μου στην Αρκαδία. Με τη δύση του ήλιου τερματίστηκαν οι αγροτικές και οι οικοδομικές εργασίες. Τα θεμέλια μιας μικρής, ξύλινης αποθήκης με τα περισσότερα από τα υλικά που συλλέξαμε μόνοι μας, με τα χέρια μας, με τις οδηγίες και την πολύτιμη βοήθεια των φίλων μας: ξύλα, πέτρες, χόρτα, συρματόπλεγμα, αμμοχάλικο, λίγο τσιμέντο. 
Αύριο με τον Γιάννη και τον Μίρτσα θα στήσουμε την αποθήκη. Αύριο θα έχω το ιδανικό καταφύγιο για το χειμώνα. 
Αδημονώ να τη δω να στέκεται εκεί στην άκρη του κτήματος, ανάμεσα στη γέρικη μουριά και τη νεαρή μηλιά, με την πόρτα προς το Μαίναλο. Θα βάλω το ποδήλατο και τα εργαλεία μου, την κόσα, την τσάπα, το σκαλιστήρι, το φτυάρι, το καρότσι. Θα αποθηκεύσω τους καρπούς που συνέλεξα. Τα βάζα με τα φρούτα που έγιναν μαρμελάδα και κομπόστα. Σύκα, κορόμηλα, βατόμουρα, μούρα, αχλάδια, αλλά και πατάτες και καλαμπόκια, πιπεριές ξερές και όλων των ειδών φασόλια. Σε μερικές μέρες θα συλλέξω ρόδια και κυδώνια. Το Λύκαιο όρος είναι γεμάτο από κυδωνιές, κίτρινες, με λεία επιδερμίδα, μυρωδάτες και χυμώδεις.
Βιάζομαι και έχω αποκάνει από την κούραση. Η νύχτα ξεκίνησε. 

19/9/17

Στα καφενεία των νησιών

Τα καφενεία των νησιών. Οάσεις από τον καλοκαιρινό κάματο, τον λίβα και τα μελτέμια. Δροσερά και φιλόξενα. Το συναπάντημα των κατοίκων με τους ταξιδιώτες. Ανταλλάσσονται καλημέρες και φιλέματα. Ιδανικός τόπος για ανάγνωση και για μοναδικές γαστριμαργικές απολαύσεις: υποβρύχιο σε κρυστάλλινο νερό, παξιμάδια με λαδοελιές, τσίρος και ντομάτες ξερικές, σαλάτα.
Οι επισκέπτες, ρουφούν το τσίπουρο, το ούζο και τη ρακή όπως ρουφούν και το καλοκαίρι. Είναι μεταμορφωμένοι, με γυαλιά του ήλιου, ψάθινο καπέλο και σαγιονάρες, υπομονετικοί και ταυτόχρονα έτοιμοι για κάθε περιπέτεια -συναισθηματικού ή φυσιολατρικού τύπου.
Ακούν τις ιστορίες της γυναίκας του καφετζή για κήπος μυστικούς, όπου ανάμεσα στα αγριόχορτα βρίσκονται κρυμμένες οι ξερικές ντομάτες, για εγκαταλελειμμένους αγρούς με αμπελοφασουλιές και κολοκυθιές.
Στα κυκλαδίτικα νησιά οι βοσκοί-κτηνοτρόφοι φέρνουν τα τυριά τους και καμιά φορά τα πουλούν στους ταξιδιώτες. Ο καφετζής τα σερβίρει σε μικρά πιατάκια. Το τυρί συνοδεύεται από μικρές μπουκίτσες ψωμιού ή παξιμάδια. Η κατσικίσια γραβιέρα και το κεφαλοτύρι είναι κορυφαία. Το ξυνοτύρι είναι ιδανικό με μέλι, πάνω σε μικρά παξιμαδάκια με γλυκάνισο. Στην Ίο δοκίμασα το "σκοτύρι" που ωριμάζει μέσα σε ασκούς. Το γάλα αναμεμειγμένο με θρούμπι γαργαλάει τον ουρανίσκο, ενώ το πιπέρι της σάρκας του, εισχωρεί βαθιά στη μύτη, δημιουργώντας μια αιχμηρή -καθόλου μα καθόλου απαλή- επίγευση σε κάθε μπουκιά που διασχίζει τον ουρανίσκο.
Το θρούμπι είναι πολύτιμο μυρωδικό.
Θυμάμαι στις Σπέτσες με τις πρώτες βροχές, στις αρχές Σεπτεμβρίου, τότε που ολόκληρο το νησί ξυπνούσε, αξημέρωτα σχεδόν, από τις ντουφεκιές των κυνηγών, τρέχαμε όλα τα παιδιά για να μαζέψουμε θρούμπι ενώ οι γυναίκες, νοικοκυρές, υπηρέτριες, μαγείρισσες μάζευαν σαλιγκάρια. Πάνω στα κλαριά από θρούμπι βοσκούσαν για μερικές μέρες τα σαλιγκάρια, για να απορροφήσουν το άρωμά του.
Ένα καλοκαίρι διέσχισα ολόκληρη την Κύθνο συλλέγοντας θρούμπι για το χειμώνα. Φέτος συνέλεξα μπόλικο από τον Ταύγετο και τη Μάνη.Είναι πολύτιμο συστατικό. Το αγαπώ και το φροντίζω πολύ. Βρίσκεται πάντα στην κουζίνα μου μέσα σε ένα μεγάλο βάζο, που του αλλάζω το νερό τακτικά. Μπήγω το θρούμπι στην κοιλιά των μεγάλων ψαριών, μαζί με φέτες λεμόνι βουτηγμένες στο χοντρό αλάτι, πριν τα βάλω στο φούρνο για να ψηθούν. Κάθε φορά που η μητέρα του Γιώργου μας φιλεύει με κουνέλι από την Κρήτη, ρίχνω ανθάκια από θρούμπι λίγα λεπτά πριν ολοκληρωθεί το μαγείρεμα. Όταν το σερβίρω, όλοι σχολιάζουν το άρωμα, που εκλύει καθώς αναμειγνύεται με τη σπιρτάδα του merlot που το συντροφεύει στην κατσαρόλα.
Οι ελιές στα καφενεία, είναι πάντοτε τοπικής ποικιλίας. Ξερές, χονδρουλές θρούμπες και ψιλές, μικρές λαδοελιές βουτηγμένες στο λάδι, μοναδικός μεζές.
Κι όταν φεύγει το καλοκαίρι, λίγο πριν φτάσει το βαπόρι, κανείς ταξιδιώτης δεν παραλείπει να επισκεφθεί το καφενείο.
Όχι αντίο αλλά εις το επανιδείν.




16/9/17

Η γιαγιά μου, η Ινδιάνα και το μαγικό φίλτρο του Πανοραμίξ

Βρισκόμουν στα σπλάχνα του Μαινάλου. Τα πόδια μου βυθίζονταν μέχρι τα γόνατα στο χιόνι. Άσπρο, αστραφτερό, σαν την κόψη του μαχαιριού, που γλιστρούσε στην τούρτα των γεννεθλίων μου. Βυθιζόμουν όλο και πιο πολύ στη λευκή σαντιγύ, καθώς τα σχιστά μάτια της γιαγιάς μου απέναντι, έλαμπαν και με μαγνήτιζαν. Έμοιαζε με Ινδιάνα. Βουτηγμένη στα μαύρα. Το τσεμπέρι της έχασκε λίγο και φαινόταν η χωρίστρα με τις δυο ασημένιες κοτσίδες δεξιά κι αριστερά. Μια παραφωνία στην πολυχρωμία της εορτής με το πολύχρωμο χριστουγεννιάτικο δέντρο, τα ταφταδένια φουστάνια των συνδαιτημόνων μας και τις γόβες στιλέτο της μητέρας μου.
Ένας μεγάλος κορμός από έλατο που είχε γείρει χαμηλά στο έδαφος. Άφησα για λίγο τα μπατόν και έσκυψα από κάτω του για να περάσω. Κατευθυνόμουν προς το ξέφωτο που είχε γύρω γύρω έλατα.
Τα γκι είχαν μπήξει τις ρίζες τους βαθιά μέσα στον κορμό τους.  Τα άσπρα ημιδιαφανή μπαλάκια τους είχαν ρουφήξει τους χυμούς του δέντρου κι έλαμπαν φουσκωμένα. Τράβηξα την πάνινη τσάντα μου μέσα από το σακίδιο και άρχισα να μαζεύω, αυτά που ήταν στα χαμηλά κλαριά. Η τσάντα μου γέμισε από γκι.
Βάδιζα νυχοπατώντας πάνω στις ανάγλυφες γιρλάντες της τούρτας. Παραμέρισα μερικά μεγάλα κομμάτια κομπόστα βερύκοκα και κατάφερα να φτάσω στην κορυφή. Μια αλπική καλύβα ανάμεσα σε δύο ελατάκια κι ένα ελάφι με άσπρες βούλες, όλα από χρωματισμένη ζάχαρη περίμεναν για να δοθούν για δώρα στις πιο στενές μου φίλες.
Ήθελα να προσφέρω τα κλωνάρια των γκι στη γιαγιά μου. Είχα διαβάσει ότι ο δρυίδης Πανοραμίξ τα χρησιμοποιούσε για να φτιάξει το μαγικό ποτό που έδινε δύναμη στον Οβελίξ και στον Αστερίξ.
Ήμουνα σίγουρη ότι η γιαγιά μου θα τα κατάφερνε. Θα είχε έτοιμο το μαγικό φίλτρο αύριο, λίγα λεπτά πριν από τη χειμερινή ισημερία.