27/2/13

Πω! Πω! κάτι αμαζόνες!

Η εικόνα ήταν απίστευτη! Ο ψαράς στη λαϊκή, πέταγε στον αέρα τις σαρδέλες και εκείνες λαμπύριζαν σαν τις αμαζόνες με την ασημένια πανοπλία τους στις πλαγιές της ομηρικής Φρυγίας.
Πω! Πω! κάτι αμαζόνες!
Αυτή την εποχή που λόγω επαγγελματικών υποχρεώσεων δεν περιπατώ στα αρκαδικά λιβάδια, προσπαθώ να απολαμβάνω τις λαϊκές αγορές των πόλεων και των κωμοπόλεων που επισκέπτομαι. Κάθε φορά, ερωτώ τον υπάλληλο της ρεσεψιόν του ξενοδοχείου μου, αν υπάρχει παζάρι ή λαϊκή  για να βολτάρω κι' εκείνος μου απαντάει έκπληκτος τις περισσότερες φορές αρνητικά.
Κι' όταν δεν υπάρχει παζάρι ή λαϊκή ακολουθώ τις συστάσεις της Λιλίκας Μπόμπου-Κρίκου διαβάζοντας και ξαναδιαβάζοντας το βιβλίο της "Φρέσκα, νόστιμα φτηνά... και τ' αστεία μας τζάμπα!". Λίγα απ' τα πολλά σε μια λαϊκή αγορά, από τις εκδόσεις Αλφειός, που βάζω πάντα κάτω από το μαξιλάρι μου για να επισκεφθώ λίγο πριν κοιμηθώ με τα αχόρταγα μάτια της φαντασίας μου τους πάγκους με τις αγκινάρες, τις ντομάτες, τα ραπανάκια, τα ραδίκια και τα κολοκυθάκια με τους ανθούς και για ν' ακούσω τις φοβερές ατάκες των μανάβηδων και των ψαράδων που καταγράφει με φοβερό χιούμορ στο φοβερά πρωτότυπο βιβλίο της.
Σε πείσμα των καιρών για τους φίλους και τις φίλες του τροφοσυλλέκτη, που δεν φεύγουν από τα όρια της πόλης τους προτείνω όπως και η συγγραφέας να επισκέπτονται τη λαϊκή αγορά της γειτονιάς τους. "Το ζωντανό κλίμα στο οποίο θα βρεθείτε για τη μισή ή τη μια ώρα που θα αφιερώσετε θα σας κάνουν να νιώσετε ότι δεν είστε μόνες και μόνοι μέσα στο πλήθος της πόλης".
Άννα και Κόλλια σας ευχαριστώ για το βιβλίο που μου χαρίσατε.

26/1/13

Πείνα και Αφθονία στην Ευρώπη

Η φίλη Άννα Αραμπατζή, ερευνήτρια της ιστορίας της διατροφής, πριν από αρκετό καιρό, μου υπέδειξε το βιβλίο του Massimo Montanari, Πείνα και Αφθονία στην Ευρώπη, σε εξαιρετική μετάφραση της Άννα Παπασταύρου, εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα.
Διαβάζοντας το βιβλίο αυτό κατανόησα πλήρως ότι εμείς οι κάτοικοι της Γηραιάς Ηπείρου, της Ευρώπης, εκτός από διχόνοιες, συγκρούσεις, διαιρέσεις, εσωτερικές αντιφάσεις έχουμε μια κοινή ιστορική παράδοση στη διατροφή που εκτείνεται από τον Ηρόδοτο και φθάνει μέχρι σήμερα. Σήμερα που η εξασφάλιση του καθημερινού άρτου έγινε πάλι μια περίπλοκη υπόθεση με επίκεντρο τις κοινωνικές ανισότητες. Από την υπερκατανάλωση πολλοί συμπολίτες μας πέρασαν το κατώφλι της πείνας, εμπειρία προ πολλού ξεχασμένη, που συνδέεται με τον πόλεμο και την Κατοχή, αναζητώντας τη χόρταση μέσα από τις παραδοσιακές διαδικασίες των συσσιτίων και την αλληλεγγύη των κατοίκων της πολυκατοικίας, των φίλων και των συγγενών.
O Massimo Montanari, συγγραφέας του βιβλίου, διατρέχει την ιστορία της διατροφής στην Ευρώπη, μελετώντας την κυριαρχία του ψωμιού, την επικράτηση του κρέατος,  συνδέοντας το χοιρινό και τα παστά με την αυτοκατανάλωση, το μοσχάρι με τους μεγάλους περιφραγμένους βοσκότοπους, τις αλλαγές στα γούστα και στις προτιμήσεις, ανασύροντας στην επιφάνεια τον κοινωνικό ρόλο και τις ταξικές διαφορές που επικρατούσαν στην ευρωπαϊκή κουζίνα.
Από την εποχή του Μεσαίωνα με το στίγμα της ανθρωποφαγίας κατά τη σιτοδεία, με το ψωμί που ήταν ανακατεμένο με αγριόχορτα, ο συγγραφέας μας μεταφέρει στην Ευρώπη του Διαφωτισμού και της Αναγέννησης με τα τραπέζια που ακολουθούσαν πλέον μια συγκεκριμένη τελετουργία, ανάλογα με την περίσταση, που στολίζονταν με τους φασιανούς, τα ελάφια, τους λαγούς και τα κουφέτα, που στα σαλόνια καταβρόχθιζαν τις σταφίδες και έπιναν την καυτή σοκολάτα.
Πριν από λίγα χρόνια θα διατυπώναμε την άποψη ότι η διατροφή έσπασε το φράγμα των κοινωνικών περιορισμών και των τάξεων με το fast food, τα ανατολίτικα εστιατόρια και τη μεσογειακή κουζίνα. Σήμερα, καθώς η κρίση βαθαίνει, οι άνθρωποι γίνονται όλο και πιο ευτραφείς από τα φθηνά λίπη, τα ζυμαρικά και το άσπρο ρύζι.
Η υγιεινή διατροφή αποτελεί πλέον το τελευταίο προπύργιο της αστικής τάξης.
Τελικά ο Roland Barthes είχε δίκιο όταν μιλούσε για την ψυχοκοινωνιολογία της διατροφής, και την κεντρική θέση της για την ερμηνεία της ανθρώπινης ύπαρξης

1/1/13

Από το σημειωματάριό μου: Ρουσβάναγα ή Περιβόλια Αρκαδίας


Σήμερα, Πρωτοχρονιά, θα γράψω για τον τόπο καταγωγής μου. Μια μικρή κουκκίδα στο χάρτη είναι το χωριό μου, στην καρδιά του Μωριά, στην Αρκαδία. 
Βρήκα εξαιρετικά ελκυστικό να ακολουθήσω την ιστορία του μέσα από γραπτές πηγές, έστω και αν αυτές αφήνουν μεγάλα ιστορικά κενά στα ενδιάμεσα. Αρχαίοι χρόνοι, Ενετοκρατία, Τουρκοκρατία, νεότεροι χρόνοι.
Ήταν μια μικρή πολίχνη που λεγόταν Αιμονιές, όταν την επισκέφθηκε ο Παυσανίας, ο Έλληνας περιηγητής και γεωγράφος των ρωμαϊκών χρόνων, κατά την περιήγησή του στην Αρκαδία. Λέγεται ότι πήρε το όνομά της από τον Αίμονα ή Εύμονα που ήταν ο γιος του Λυκάονα, του πρώτου μυθικού βασιλιά της Αρκαδίας.Τα ίχνη των Αιμονιών βρίσκονται στο βόρειο μέρος του χωριού, όπου εδώ και μερικά χρόνια έγιναν σωστικές ανασκαφές.
Από τα αρχεία της Βενετίας, που διαθέτουν πλουσιότατες πληροφορίες για την Πελοπόννησο στα χρόνια της Βενετοκρατίας (1685-1715), έχουμε μια μοναδική, πλήρη και συστηματική απογραφή του πληθυσμού που πραγματοποιήθηκε το 1700, γνωστή και ως απογραφή Grimani. Το χωριό αναφέρεται στην απογραφή ως "Rusvan Aga" και ανήκει στην επαρχία της Καρύταινας. Στο χωριό κατοικούν 9 οικογένειες, οι οποίες αποτελούνται από 35 άτομα συνολικά. Υπάρχουν 11 νεαρά άτομα ηλικίας έως 16 ετών, 6 αγόρια και 5 κορίτσια και 7 ηλικιωμένοι, 3 άνδρες και 4 γυναίκες που είναι πάνω από 60 ετών.
Το χωριό απεικονίζεται με το όνομα "Ρουσβάναγα" σε όλες τις απογραφές του νεοσύστατου ελληνικού κράτους. Ανήκει στην Επαρχία της Μεγαλοπόλεως Αρκαδίας: το 1849 έχει 202 κατοίκους, το 1851 έχει 224 κατοίκους, το 1861 έχει 311 κατοίκους και το 1879 οι κάτοικοι φθάνουν τους 420. Βλέπουμε ότι ο πληθυσμός του αυξάνεται συστηματικά.
Μετά τη σταφιδική κρίση, από την τελευταία δεκαετία του 19ου αιώνα, οι κάτοικοί του δεν μπορούν πια να πάρουν το δρόμο μέσα από τα βουνά της Αρκαδίας που οδηγεί στη Βόρεια Πελοπόννησο, το Αίγιο και την Πάτρα για να αναζητήσουν εργασία ως εποχιακοί εργάτες-αγρότες και να εξασφαλίσουν χρήματα. Μπουλούκια φεύγουν ομαδικά, εγκαταλείπουν τη γενέθλια γη, τον καθημερινό εφιάλτη των τοκογλύφων, παίρνουν το γνώριμο δρόμο για την Πάτρα όχι για να δουλέψουν, αλλά για να πάρουν το ατμόπλοιο που θα τους οδηγήσει στη γη της Επαγγελίας, στην Αμερική.
Όταν πήγα για πρώτη φορά στη Ν. Υόρκη, πήρα το βαποράκι για το Έλις Άιλαντ, για να ανακαλύψω το οδοιπορικό τους. Ερεύνησα στ’ αρχεία και βρήκα. Κατέγραψα το δρομολόγιο του παππού μου, έτσι όπως εμφανίζεται από τη λίστα του καταλόγου των μεταναστών που έμεναν για λίγες μέρες στο Έλις Άιλαντ: Λεωνίδας Τσόπελας. Αποβιβάστηκε από το πλοίο Pretoria, στο Έλις Άιλαντ της Ν. Υόρκης στις 16/4/1900. Ήταν 24 ετών, εγγράμματος, δηλώθηκε «εργάτης». Πήγαινε στο Lowel της Μασαχουσέτης, να συναντήσει τον ξάδερφό του και για να δουλέψει στα κλωστοϋφαντουργεία της πόλης. Στις τσέπες του είχε μόνο 15 σεντς. «Θα πρέπει να ήταν πάρα πολύ φτωχός», σχολίασε ο αρχειονόμος όταν είδε τα έγγραφα. Σαν τον παππού μου ήταν και πολλοί άλλοι … Άλλοι παρέμειναν, άλλοι δούλεψαν για λίγο και γύρισαν πίσω… οι οικογένειες σκορπίστηκαν…
Στις 20/9/1926, κοινοποιείται δημόσια από την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως το νέο όνομα του χωριού μου. Το χωριό μου από «Ρουσβάναγα» μετονομάζεται επί το ελληνικότερον σε «Περιβόλια».
Το όνειρο για ένα καλύτερο αύριο οδήγησε πολλούς συντοπίτες στις μεγαλουπόλεις του εξωτερικού αλλά και στην Αθήνα. Ο πληθυσμός του χωριού εξακολουθεί να αιμορραγεί για πολλά χρόνια.
Ο σεισμός του 1965, αλλοίωσε την εικόνα του χωριού. Τα περισσότερα πέτρινα σπίτια κατέρρευσαν, νέα σπίτια ξεφύτρωσαν ανάμεσα στα παλιά καλύβια.
Ευτυχώς ένα σπίτι απέναντι από την εκκλησία, στη μικρή πλατεία του χωριού, παρέμεινε. Πριν από λίγα χρόνια επισκευάστηκε, ομόρφηνε.
Το σπίτι αυτό έλαβε το όνομα «Αιμονιές» και λειτουργεί ως ταβέρνα-εστιατόριο-καφενείο-φιλόξενος χώρος, για τον περαστικό, τον διαβάτη, αλλά και για όλους εμάς τους ανθρώπους του χωριού, που θέλουμε να πιούμε ένα τσιπουράκι και να συζητήσουμε για όλα τα καθημερινά, τα ασήμαντα αλλά και τα σημαντικά που συμβαίνουν γύρω μας. Οι λιχουδιές του είναι εξαιρετικές. Ο εσωτερικός χώρος είναι υψηλής αισθητικής. Είναι πραγματικά πανέμορφος. Μας μεταφέρει στις τραττορίες της Τοσκάνης στην Ιταλία, αποδεικνύοντας ότι μπορούμε και ΕΜΕΙΣ να προσφέρουμε αισθητική σε συνδυασμό με φιλοξενία και γαστρονομία.

25/12/12


Εύχομαι ολόψυχα για το νέο έτος:

περισσότερη συμμετοχικότητα, συλλογικότητα, συνεργασία

9/12/12

Στη Λεωφόρο Βασ. Σοφίας: η Rive Gauche και η Rive Droite

Εδώ και ένα χρόνο επέστρεψα στην παλιά μου γειτονιά στην Πλ. Μαβίλη, εκεί που περνούσα ώρες ατέλειωτες σχηματίζοντας στο μυαλό μου ένα-ένα τα κεφάλαια του διδακτορικού μου, εκεί που έτρωγα πατατάκια κι έπινα μπύρες συζητώντας με τον Θανάση, τη Τζέλλα και τον Κώστα για τον Γκράμσι, τον Μπερνάρ Ανρί Λεβί, τον Φουκώ και για τις συναυλίες του Λούτσιο Ντάλα. 
Τίποτα δεν υπάρχει πια στη rive droite της πλατείας Μαβίλη. Άλλα μαγαζιά, άλλες φυλές. Ο Λώρας ανακαινίστηκε με τα ουίσκι του και τους πελάτες του μαζί. Ο Καρούζος απεδήμησεν εις Κύριον και το Flower έβαλε d.j. Ο ιδιοκτήτης του Μικρού Μπαρ γέρασε μαζί με το σκύλο του, επιμένει όμως να θέλει να προσφέρει γιοβαρλάκια, κρεμμυδόπιτα και ότι άλλο μεζέ έχει στους πελάτες του. Στην περιοχή κατοικούν δικηγόροι, γιατροί, κυρίως ψυχίατροι. Η πολυκατοικία μου έχει πέντε ψυχίατρους και τρεις δικηγόρους. Στη rive droite υπάρχει ένα μικρό σούπερ μάρκετ, ο Κρητικός, που βρίσκουμε τα πάντα, που οι άνθρωποι του εξακολουθούν να καλωσορίζουν τους πελάτες τους. Ο Μικές παληοκαίρισε,  η γεύση της τούρτας πραλίνα - σοκολάτα βγαίνει από τα βάθη των προηγούμενων δεκαετιών. Ο Mr. Baker, ο φούρνος διατήρησε τη μυρωδιά του, έγινε όμως copy paste, όλων των υπολοίπων μαγαζιών που πουλάνε ψωμοειδή. 
Στην απέναντι όχθη στη rive gauche, έχει μεταφερθεί όλη η ζωή. Μικρά μπακαλικάκια που τα έχουν χαρούμενοι Ανατολίτες, με όλα τα εξωτικά εδώδιμα και αποικιακά. Ραφτάδικα, που επιδιορθώνουν το κάθε τι. Κομμωτήρια που ακόμα γίνεται "το σώσε έλα να δεις", γιατί είναι φτηνά και τα επισκέπτονται οι κυρίες της περιοχής. Μαγαζιά μικρά που θυμίζουν τις παληές γειτονιές της Αθήνας. Εστιατόρια που κάθε μεσημέρι τρώνε τα μπακούρια της περιοχής.
Λοιπόν, εδώ και ένα χρόνο έψαχνα για ένα φιλόξενο χώρο, όπου να μπορώ να πιω τον καφέ μου με την ησυχία μου, ή ένα ουίσκι το βράδυ, χωρίς να βομβαρδίζονται από βάρβαρους ήχους τ' αυτιά μου. Ένα μικρό, κομψό χώρο για να ανοίγω τον υπολογιστή μου και να δουλεύω με την ησυχία μου.
Και, μόλις προχθές τον ανακάλυψα. Είναι το Willy's, μουσικό καφενείο, στην οδό Έβρου, με πανέμορφο χρώμα, που θυμίζει το East Village στο Μανχάταν. Τα Σαββατόβραδα βλέπεις ανθρώπους της γειτονιάς, ανθρώπους κανονικούς, να ακούνε ευλαβικά και να συμμετέχουν στις μουσικές διαδρομές του κιθαρωδού. 
Σάββατο βράδυ στην Αθήνα, έβρεχε δυνατά κι' εμείς πίναμε τα ποτά μας στο Willy's ακούγοντας ήχους τζαζ, ήχους ζωντανούς και νοσταλγικούς.

5/12/12

Χριστουγεννιάτικες λιχουδιές και δώρα του Τροφοσυλλέκτη


Καθώς πλησιάζουν οι γιορτές των Χριστουγέννων, ο Τροφοσυλλέκτης ετοιμάζεται πυρετωδώς, για να προσφέρει τις λιχουδιές του. Το πατέ από τις κόκκινες πιπεριές του κήπου του και οι ελιές που είναι βουτηγμένες στο πρωτόλαδο, τα σύκα της Κύμης που είναι γεμισμένα με καρύδια, οι βολβοί από το αγρόκτημα του στην Αγγινάρα, το κυδωνόπαστο που ταιριάζει με τις υφάλμυρες γραβιέρες, ικανοποιούν τη βουλιμία του ανυπόμονου επισκέπτη, καθώς η νοικοκυρά ετοιμάζεται ν' ανοίξει την πόρτα του σαλονιού για να καθίσουν όλοι στο τραπέζι.  
Όσοι προτιμούν το τσίπουρο για το ξεκίνημα μπορεί να γευτούν το παστό χοιρινό του Τροφοσυλλέκτη, με άρωμα πορτοκάλι και κρασί syrrah ή μια ακόμα πιο δυνατή γεύση άσπρο-κατάσπρο τυρί, από τον Βάγγο Αρκαδίας.Υπάρχει, επίσης τo coulis από βατόμουρα για τα κρέατα και το ανθότυρο, το chutney από δαμάσκηνα για τα πουλερικά και το αγριογούρουνο.
 Οι σαλάτες πασπαλίζονται με τα βλασταράκια του Τροφοσυλλέκτη και με το ξύδι, από κατακόκκινα τριαντάφυλλα ή από βατόμουρα.
Δύο γυάλινα πολύχρωμα βαζάκια με αλάτι και μυρωδικά Αρκαδίας για το κρέας και το ψάρι σας είναι απαραίτητα, για σας που θέλετε αρώματα κήπου στο πιάτο σας.
Υπάρχουν βεβαίως, κάποιοι που θέλουν κάτι άλλο πιο εναλλακτικό, όπως ραβιόλια με γέμιση από καβούρι και τζίντζερ ή από σολωμό ή κάτι ακόμα πιο απλό όπως γέμιση από κοτόπουλο και μανιτάρια. Ή λαζάνια χειροποίητα με τη σάλτσα της αρεσκείας σας.
Και για το τέλος...  ολόχρυσα κυδώνια στο φούρνο, butterscotch μπισκότα της Αλεξάνδρας με schnapps από ρόδια, κράνα, βατόμουρα και δαμάσκηνα.

Ας παινέψουμε και τα δώρα
Ο Τροφοσυλλέκτης προσφέρει σαπούνια από λάδι ελιάς με δαφνόφυλλα και βαλσαμόλαδο για βελούδινο δέρμα γεμάτο υγεία. 


6/11/12

Κυδώνια ή μήλα της Αφροδίτης


Ο αγαπημένος καρπός του Ομήρου, για το χρυσαφί χρώμα του, τις καμπύλες του, το χνούδι στη φλούδα του και την αρωματισμένη σάρκα του.
Ένα κυδώνι ως δώρο προσφέρει ο Πάρις στην Αφροδίτη και αυτή  χαρίζει στον καρπό το όνομά της: «μήλο της Αφροδίτης».
Ο Πλούταρχος, στους Βίους Παράλληλους, σχολιάζει το διάταγμα που λέγεται ότι θέσπισε ο Σόλων, σύμφωνα με το οποίο ο γάμος επισφραγίζεται όταν: η νύφη και ο γαμπρός κλειδώνονται στο νυφικό δωμάτιο και τρώνε μαζί ένα κυδώνι.
Το ταξίδι των κυδωνιών προς τη Μεσόγειο διήρκεσε πολλούς αιώνες, καθώς ξεκίνησε από την Περσία, το 4.000 π.Χ., τον Καύκασο, έφθασε στις ακτές της Ιωνίας και κατέληξε στα παράλια της Προβηγκίας και της Ισπανίας. Μια πόλη στη Μ. Ασία βαφτίστηκε ελληνικά και τουρκικά με τ΄ονομά τους: «Κυδωνίαι» ή Αϊβαλί –προέρχεται από την τουρκική λέξη ayva (αϊβά).
Ρούμπενς, "Η κρίση του Πάρι", Μουσείο Πράδο, Μαδρίτη
Όλα τα σπίτια αυτό τον καιρό έχουν κυδώνια, καθώς είναι ο αγαπημένος καρπός 
του φθινοπώρου.
Τα κυδώνια διατηρούνται φρέσκα για πολύ χρόνο. Στο χωριό μου στην Αρκαδία τα διατηρούν μέχρι τα Χριστούγεννα, καθώς φροντίζουν να τα συλλέγουν με το χέρι απ΄το δέντρο, χωρίς να προλάβουν να πέσουν κάτω και να «λαβωθούν». Καταναλώνονται φρέσκα, αν είναι ώριμα, ξερά, με σύκα, μπαίνουν στις τάρτες, στα κέικ, στο γιαούρτι, στις σαλάτες. Αντικαθιστούν τις πατάτες στο μοσχάρι, στο χοιρινό και στο κοτόπουλο. Γίνονται γλυκό του κουταλιού, πελτές και κυδωνόπαστο.
Οι αγρότες γνωρίζουν πολύ καλά ότι το κυδώνι έχει φοβερές αντισηπτικές ιδιότητες. Οι διατροφολόγοι θεωρούν ότι το κυδώνι περιέχει ισχυρά αντιοξειδωτικά, έχει υψηλή περιεκτικότητα σε βιταμίνη C, σίδηρο, χαλκό και κάλιο και μειώνει την κακή χοληστερίνη.
Πριν από δύο εβδομάδες έκοψα τα κυδώνια από τις κυδωνιές μου που βάραιναν και κινδύνευαν από τις πρώτες βροχές του φθινοπώρου. Υπάρχουν, όμως και άφθονες κυδωνιές στις πλαγιές του Λύκαιου. Είναι αυτοφυείς και αναμένουν τους περιπατητές να γευθούν τους καρπούς τους.
Αυτή τη φορά αποφάσισα να γεμίσω το πανέρι του Τροφοσυλλέκτη με κυδωνόπαστο που το στόλισα με κάτασπρα μύγδαλα.