15/5/16

Ο λαγός στην πανσέληνο

Πηδούσε ρυθμικά και που και που κοντοστεκόταν στα πίσω  πόδια  του, ανασηκώνοντας τα μακριά του αυτιά. Λαγός! Λαγός! φωνάξαμε μόλις τον είδαμε. Νύχτα με πανσέληνο, παρέα με την Αλεξάνδρα. 
Το αυτοκίνητο κυλούσε αργά-αρχά, σχεδόν αθόρυβα στους φιδιαστούς δρόμους των λόφων της Φαλαισίας. Απορροφημένες από την τεράστια φωτεινή πορτοκαλί μπάλα την ακολουθούσαμε προσπαθώντας να την φτάσουμε. Η προαιώνια, ακατανίκητη έλξη της πανσελήνου! Τα αυτιά του λαγού ήταν σε μια ευθεία γραμμή με τις αχτίνες του φεγγαριού. Σταματήσαμε απότομα.  Ήταν ένα μικρό σαστισμένο λαγουδάκι. Δεν φορούσα ποδιά και φιόγγο στα μαλλιά, δεν έμοιαζα με τη μικρή Αλίκη, δεν θα μπορούσα ποτέ να αγγίξω τον μικρό λαγό. Σβήσαμε τα φώτα και παρακαλούσαμε να φύγει, να εξαφανιστεί το δυνατόν γρηγορότερα. Ανάψαμε τα φώτα κι' ο λαγός ήταν ακόμη εκεί, ακίνητος, ασάλευτος, με το τρίχωμά του φουντωτό, ανασηκωμένο. Ξανασβήσαμε τα φώτα. Το βλέμμα μας στράφηκε στη γκρίζα γραμμή που σχημάτιζαν οι λόφοι. Αισθάνθηκα τρυφερότητα, ίσως και συμπόνοια για το λαγό, που τον είχε εγκαταλείψει έτσι άσπλαχνα η λαγουδίνα μαμά του - νύχτα και με πανσέληνο. Όταν ανάψαμε τα φώτα ξανά, ο λαγός δεν υπήρχε πουθενά. Μπορεί να ακολούθησε την Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων.

14/5/16

Κάπαρη, κρίταμο και αγροβιολέτες στους βράχους

Αρχές Μάη, ο ήλιος πύρωνε τους κάτασπρους βράχους. Είχαν γίνει σχεδόν λείοι, κοφτεροί, από τον άνεμο και το κύμα. Βράχοι σκόρπιοι στον απότομο γκρεμό, στην άκρη του κάμπου του Μαραθώνα. Ξεκινήσαμε για να συλλέξουμε κάπαρη με τη Χριστίνα και την Κλειώ, που ως σκύλος ιχνηλάτης, έχει γίνει πολύτιμη σε αυτά τα περιπετειώδη μονοπάτια προς αναζήτηση καρπών. Γουβιασμένη η κάπαρη στους βράχους και εμείς αγκιστρωνόμαστε για να τη συλλέξουμε. Στο λιγοστό χώμα η βλάστηση ήταν οργιώδης, μπλέκονταν οι καπαρώνες με το κρίταμο και τις αγριοβιολέτες. Μάζεψα το κρίταμο, το έβαλα στο σακίδιο. Να! το πρώτο μπουκέτο της χρονιάς. Έσκυψα και έκοψα ευλαβικά ένα λουλουδάκι από τις αγριοβιολέτας. Το κάρφωσα στο αυτί μου. Τα μαλλιά μου ατίθασα από το αγέρι, μπλέκονταν στα πέταλά της. Πηδούσαμε με την Χριστίνα σαν τα ερίφια, για να γαντζωθούμε και να κυρτώσουμε στη συνέχεια τα σώματά μας, σαν ευλύγιστα τόξα. Μαζεύαμε  ένα-ένα τα μπουμπούκια της κάπαρης. Κάπαρη πράσινη και κάπαρη κόκκινη, τραγανή, μυρωδιαστή, μας συνέπαιρνε το άρωμά της, καθώς τη βάζαμε στο σακουλάκι μας. Ο ιδρώτας, σταγόνα-σταγόνα κατέβαινε απότομα από τα φρύδια μου στα μάτια και με τύφλωνε όλο και πιο πολύ. Όλο και πιο πολύ η θάλασσα μας κατεύθυνε προς τον κόρφο του γκρεμού. Το τοπίο μας ρουφούσε.
Η Χριστίνα όρθωσε το σώμα της, κύταξε τον ήλιο κατάματα, άπλωσε τα χέρια της προς τον ουρανό. Αυτό είναι ευτυχία μουρμούρισε... Αυτό σημαίνει ελευθερία... σκέφθηκα.

27/11/15

Η κόσα θέλει ψυχή

Φυσούσε για τρίτη μέρα ο λίβας, έκαιγε ο τόπος, σύριζαν τα σπαρτά στο χωράφι, λες κι' έπαιρναν φωτιά. Βγήκα από το σπίτι. Η Κλειώ ξωπίσω μου. Είδα τις  σαύρες να τρέχουν να κρυφτούν κάτω από τις ποταμίσιες πέτρες. Άρπαξα την κόσα. Έσφιξα τα χείλη μου κι απόφάσισα να δοκιμάσω γι' άλλη μια φορά μήπως και τα καταφέρω να θερίσω το βίκο στο χωράφι μου. Είχα αποπειραθεί πολλές φορές, αλλά ποτέ δεν κατάφερα.
Mε την κόσα στο χέρι . Αρχείο Τροφοσυλλέκτη
 Ένα από τα πρώτα πράγματα που σε διδάσκει η φύση είναι η απόλυτη πειθαρχία του σώματος και του νου. Η δύναμη πάει στράφι, όταν δεν μπορείς να δαμάσεις τους μύς σου με τη σκέψη σου. Δεν μπορείς να είσαι ένας αμέριμνος Οβελίξ όταν βγαίνεις για να συλλέξεις τους καρπούς της φύσης, να περιποιηθείς το χώμα, να βοηθήσεις τα δέντρα να ευδοκιμήσουν. Πρέπει να είσαι συγκεντρωμένος, να παρατηρείς, να ακούς, να ισορροπείς το σώμα σου για να μην παραπατήσεις, να προστατεύεις τα χέρια σου από τα επικίνδυνα χόρτα, να ερμηνεύεις τα σημάδια της φύσης, τις πατημασιές των αγριόχοιρων, τα νυχτοπερπατήματα των λαγών στην πανσέληνο.
Πάντα ζήλευα τους περαστικούς αλλοδαπούς εργάτες, που περνούσαν για να ζητήσουν δουλειά με την κόσα στον ώμο τους. Πάντα τους έμπαζα στο χωράφι για ένα μεροκάμματο. Άξιζε τον κόπο! Η απόλυτη αρμονία! Το σώμα τους καμπυλωνόταν, έπαιρνε το σχήμα της κόσας, λύγιζε σαν την κόσα, τα χέρια τους φαίνονταν ανάλαφρα, ενώ το κορμί τους κινούνταν από τη μέση και πάνω. Το κεφάλι έγερνε, σαν να αισθάνονταν τον αβάσταχτο πόνο των σπαρτών που ξεριζώνονταν απότομα, για να προσφέρουν τον "άρτον ημών τον επιούσιον" σ' εμάς τους ανθρώπους.
Από τη "λευκή κορδέλα" του Michael Haneke
Έσφιξα την κόσα πάνω μου. Πήγα στη μέση του χωραφιού, κύταξα πάνω τον ουρανό. Ήταν θολός. Σκέφτηκα όλους αυτούς τους πίνακες των φλαμανδών ζωγράφων, του Pieter Brughel, των γάλλων ιμπρεσσιονιστών, του Julien Dupre με τους αγρότες που χειρίζονταν την κόσα με την άνεση ενός αριστοτέχνη χορευτή πάνω στην πίστα. Καρέ-καρέ περνούσαν από μπροστά μου οι σκηνές από το 1900 του Bernando Bertolucci, με τους γαιοκτήμονες-αριστοκράτες σε πρώτο πλάνο και τους αγρότες, οι σκηνές από τη λευκή κορδέλα του Michael Haneke με τους εκκολαπτόμενους φασίστες σε πρώτο πλάνο και τους αγρότες.  
Με τα μάτια της ψυχής ακολούθησα τους ήρωές μου. Στεκόμουν στη σειρά, πίσω τους, και επαναλάμβανα τις κινήσεις τους. Το σώμα μου, σε πλήρη αρμονία με την ψυχή μου. Επιτέλους τα κατάφερα. Έβαλα την ψυχή μου. Σταμάτησα όταν ο ιδρώτας που έσταζε, μου θάμπωσε τα μάτια.

23/11/15

Το μάζεμα της ελιάς στους δίσεκτους χρόνους

Όλη η Ελλάδα έχει ξεχυθεί για το μάζεμα της ελιάς.  Οι εργαζόμενοι των πόλεων, με τη χρεωστούμενη άδεια του καλοκαιριού, από την Ανατολή μέχρι τη Δύση του ήλιου μαζεύουν τις ελιές τους. Μόλις βγεις στους μικρούς δρόμους, η χαρακτηριστική καυστική μυρωδιά του λαδιού φωλιάζει στα ρουθούνια σου. Οι ελιόκαμποι είναι γεμάτοι από τα γέλια και τα χωρατά των ανθρώπων, θόρυβος, θόρυβος παντού. Και μετά στα σπίτια, στα τηλέφωνα, στο face book, ανταλλάσσονται συνταγές για την παρασκευή των βρώσιμων ελιών. 
Μάζεμα της ελιάς στο Βιδόνι Αρκαδίας,
Αρχείο Αργύρη Αντωνόπουλου
Εδώ και αρκετά χρόνια συλλέγω τις ελιές μου από τα εγκαταλελειμμένα δέντρα που κρύβονται στις ράχες των ηλιόλουστων αρκαδικών βουνών. Είναι πολλές οι ελιές, βρίσκονται κοντά στις σωρούς από τις πέτρες, τα απομεινάρια των οικισμών του 18ου-19ου αιώνα. Το μάζεμα για μένα είναι μια μοναχική εργασία. Μου αρέσει να περνάω το χτένι μου ανάμεσα στους καρπούς της ελιάς και να βλέπω τα φύλλα της σαν μικρά σπαθάκια να λαμπυρίζουν στον ήλιο. Και μετά στο σπίτι, τις βάζω στη μεγάλη γαλάζια πλαστική λεκάνη και τις πλένω με τη μάνικα του κήπου. Κι' όταν οι ελιές καθαριστούν, αποχωριστούν από το μίσχο και τα φυλλαράκια τους, γεμίζω τα κιούπια με τις εκλεκτές -αυτές που δεν τις έχει πλησιάσει το μουσούδι του δάκου- τις βάζω να κολυμπάνε στο νερό και ρίχνω και λίγο χοντρό αλάτι. Οι ελιές αργούν να γίνουν. Δεν βιάζομαι ποτέ. Στο πρώτο ανοιξιάτικο τραπέζι, οι εκλεκτοί καλεσμένοι μου τις δοκιμάζουν.
Οι φωνές ακούγονται από μακριά, τώρα που νυχτώνει, τα μηχανήματα στα λιοτρίβια αγκομαχούν, ο κόσμος βιάζεται να γυρίσει στο σπίτι του. Οι άνδρες -πρωτευουσιάνοι, αλλοδαποί, και ντόπιοι, όλοι ανεξαιρέτως θα συναντηθούν στο καφενείο για να πιουν το εκλεκτό "φλέρι" και να γευτούν το λιτό μεζέ. Οι γυναίκες θα μαζευτούν στα σπίτια για να γελάσουν. 

Η ιεροτελεστία θυμίζει άλλες εποχές. Η παλινδρόμηση του χρόνου της κρίσης. Το κατώφλι της αυτοκατανάλωσης το διαβαίνουν όλο και περισσότεροι σήμερα. 
Οικογένειες ολόκληρες, μικροί και μεγάλοι, ο καθένας συμμετέχει περήφανος στο μάζεμα της ελιάς,για να πάρει το μερτικό του, για να βγάλει τον επιούσιο με τον ιδρώτα του προσώπου του.
Ίσως στους δίσεκτους οι άνθρωποι να αγαπούν περισσότερο τη γη και να δένονται όλο και πιο πολύ μαζί της.

1/11/15

Οι δύο όψεις του φεγγαριού

Το φεγγάρι του φθινοπώρου στάθηκε ακριβώς δίπλα από τον Πύργο των Αθηνών. Ήταν σκληρό το φως του, καθώς ανταγωνιζόταν τη μεγάλη φωτεινή επιγραφή της "Interamerican". Βγήκα στο μπαλκόνι, τα μαβιά λουλούδια του δεντρολίβανου έλαμπαν στη νύχτα, μάζεψα μια χουφτίτσα και την έσφιξα στην παλάμη μου. Το φως του φεγγαριού ήταν σκληρό, διαπεραστικό, ερχόταν κατευθείαν από απέναντι, - διαπερνούσε τις κεραίες, που έτρεμαν σχεδόν σαν διαφανείς σωλήνες από τον αέρα μέσα στη νύχτα.
Αδείλιαστο το φεγγάρι της Αθήνας, που προκαλεί τους διασκεδαστές του Σαββατοκύριακο να ασχοληθούν μαζί του, καθώς αυτοί περνούν με τ' αυτοκίνητα, πεζοί και ποδηλάτες και δεν κοιτούν ποτέ προς τα πάνω στον ουρανό.
Το φεγγάρι στο αρκαδικό οροπέδιο, είναι παιχνιδιάρικο, τρέχει σαν τη σβούρα, παίζει με τα σκούρα σύννεφα, δεν πλησιάζει ποτέ το κόκκινο φως της ανεμογεννήτριας που αναβοσβήνει στο βουνό, πέρα προς τον Αναβρυτό. Λειτουργεί συμπληρωματικά φωτίζοντας το μονοπάτι απ' όπου αναμένεται να περάσει ο Δον Κιχώτης. Κοιτάζω πάντα από την αγαπημένη μου γωνιά στο χωράφι εναλλάξ πότε το φεγγάρι και πότε το φως της ανεμογεννήτριας και νομίζω ότι θα ακούσω τους αιώνιους καυγάδες του μυλωνά με τη μυλωνού, μαζί με τα πτερύγια του ανεμόμυλου που στρέφονται αδιάκοπα μέσα στο χρόνο
.

29/10/15

Στους μανιταρώνες των αγριόχοιρων

Η χθεσινή νύχτα στο αρκαδικό οροπέδιο ήταν περίεργη. Ο βοριάς αγκομαχούσε καθώς καταβρόχθιζε ένα-ένα τα φύλλα της βερυκοκιάς μας και το φεγγάρι με τις σκιές του σχεδίαζε μάγισσες και φωτιές στις κουρτίνες. Απέναντι το κάστρο της Καρύταινας δεν είχε ούτε ένα σύννεφο. Καλός οιωνός για την ημέρα που θα επακολουθούσε. Η νύχτα ήταν σιωπηλή, ούτε αλυχτίσματα σκυλιών, ούτε κλάμματα τσακαλιών.
Το πρωί ο πάγος είχε καλύψει όλο το κτήμα.
 Ξυπνήσαμε, κάναμε καφέ, φορτώσαμε τα σακίδιά μας και αναχωρήσαμε για το Λύκαιο όρος. Τέλη Οκτώβρη και οι κυδωνιές εξακολουθούσαν να βαραίνουν από τα κυδώνια. Οι ροδιές ήταν γεμάτες ρόδια. Σταματήσαμε για καρύδια, δεν βρήκαμε τίποτα. Ρωτήσαμε στο μπακαλικάκι του μικρού χωριού. "Ήρθαν οι Ιταλοί και μας τα πήραν όλα -καρύδια και κάστανα, μεγάλα, μικρά, φορτώσαν και φύγανε, δώσανε καλές τιμές", μας δήλωσε η παχουλή ξανθιά με τα βαμένα μεγάλα νύχια, πωλήτρια. Προχωρήσαμε προς τον Άγιο Σύλλα, σταματήσαμε λίγο πιο πάνω.  Εκεί στις πλαγιές, με τους αιωνόβιους δρυς. Βρήκαμε τους μανιταρώνες. Μανιτάρια όλων των ειδών, πορτοκαλί καμπανάκια, καφέ-πλατιά σαν ταψιά, άσπρα σκληρά, άσπρα μαλακά, καφέ πιτσιλωτά, μανιτάρια σαν αυτά που μάζευε η Χιονάτη, μανιτάρια μαύρα. Χωθήκαμε βαθιά στο βουνό, θέλαμε να φθάσουμε μέχρι τις όχθες του Αλφειού. Καθώς η Κλειώ πλησίαζε τους μεγάλους θάμνους, τρόμαζε με τα γαυγίσματά της τους κότσυφες κι αυτοί εγκατέλειπαν τις φωλιές τους. Η Κλειώ προχωρούσε με την μουσούδα της κολλημένη στο έδαφος, κάποια στιγμή άρχισε με μια απίστευτη ευδαιμονία να κυλιέται στη λάσπη. Ήθελε να καμουφλαριστεί, να απορροφήσει τη μυρωδιά τους.
Ναι, είχε περάσει το  κοπάδι.
Το δάσος  ανάστατο από τις πατημασιές των αγριόχοιρων. Είχαν ξυστει στους κορμούς των δρυών -το αγαπημένο τους παιχνίδι και γλεντούσαν για τα καλά, καθώς πλησίαζε η πανσέληνος. Τα βελανίδια σωρός, κείτονταν στο χώμα. Τα μανιτάρια μισοφαγωμένα, τσαλαπωτημένα, ανακατεμένα με χώμα.
Όλο το βράδυ έσκαβαν για μανιτάρια. Ρημάξανε τους μανιταρώνες.
Εκλεκτός μεζές!

25/10/15

Τα φθινοπωρινά σχοίνα στο Δελφίνι της Σύρου

Τα σχοίνα στο Δελφίνι, Αρχείο Τροφοσυλλέκτη
Άνοιξα τα μάτια μου. Βρισκόμουν στο Δελφίνι της Σύρου. Είχα αποκοιμηθεί σε μια από τις ξαπλώστρες που είχαν ξεμείνει στην παραλία. Οι σταγόνες της βροχής έπεφταν ανάλαφρες, σχηματίζοντας κρυστάλλους στο σώμα μου. Ο αέρας μοσχοβολούσε από το κελυφωτό θυμάρι, που ήταν άφθονο στο βουνό.  Άφησα το πεσκίρι μου να πέσει στην άμμο και κατευθύνθηκα προς τη θάλασσα. Αργά-αργά βυθιζόμουν στο κρύο νερό. Ήμουν αποφασισμένη να κολυμπήσω. Ο ήλιος από απέναντι μού χάριζε πλουσιοπάροχα τις τελευταίες του ακτίνες. Αυτό το ταξίδι στη Σύρο ήταν η πραγματοποίηση ενός ενδόμυχου πόθου: "Όταν γυρίζουν όλοι από τις διακοπές εγώ θα ξεκινώ για να μην επανέλθω ποτέ στη βάση μου".
 Χαιρόμουν το απογευματινό μπάνιο στη θάλασσα.
Το Δελφίνι της Σύρου, Αρχείο Τροφοσυλλέκτη
 Ήταν σχεδόν χαράματα όταν έφτασα στο νησί. Τα καφενεία στην Ερμούπολη ήταν κλειστά. Όλα κυλούσαν με αργούς ρυθμούς. Ρούφηξα τον καφέ μου, έφαγα μέχρι και τα τελευταία ψίχουλα από το κουλούρι μου και κατευθύνθηκα προς το μαγαζί με την καταπράσινη ταμπέλα "Rent a car". Νοίκιασα το πρώτο αυτοκίνητο που μου δώσανε, δεν μπήκα καν στον κόπο να ελέγξω φρένα, μπαταρία, ταχύτητες κι έφυγα προς άγνωστη κατεύθυνση. Το μεσημέρι κατέληξα στο Δελφίνι. Περπάτησα ξυπόλητη στην άμμο,  τα κρίνα βρίσκονταν ακόμη στην εποχή της ανθοφορίας τους. Το υπαίθριο μπαράκι ήταν κλειστό. Οι πολύχρωμες γλάστρες με τους κάκτους είχαν μείνει πάνω στα ξύλινα τραπεζάκια. Προφανώς ο ιδιοκτήτης προσδοκούσε να τις βρει εκεί άθικτες με τα φυτά μεγαλωμένα όταν θα γυρνούσε για να ξεκαλοκαιριάσει ως εργαζόμενος στην παραλία.
Οι λιγοστοί λουόμενοι ετοιμάζονταν να εγκαταλείψουν την παραλία και εγώ άρχιζα να αισθάνομαι το κρύο. Βγήκα έξω, έριξα το πεσκίρι στους ώμους μου και ξεκίνησα την αναζήτηση.
Κατευθύνθηκα προς την κλειστή ταβέρνα, όπου πριν από αρκετά χρόνια, όταν δεν υπήρχε ακόμη δρόμος και πηγαίναμε με σκάφος για να κολυμπήσουμε, με έκπληξη ανακάλυψα ότι ανάμεσα στους συνδαιτημόνες μας ήταν μια πανέμορφη ξανθιά με ψάθινο καπέλλο: η Κατρίν Ντενέβ. Εισέβαλα στον περίβολο. Έδρεψα τους κατακόκκινους καρπούς των σχοίνων. Πιστεύω ότι είναι το πιο εκλεκτό καρύκευμα για τα ψητά ψάρια. Κάθε χρόνο τους συλλέγω και τους τακτοποιώ στο γυάλινο μεγάλο βάζο στο ράφι της κουζίνας. Μου αρέσει να παρατηρώ αυτούς τους κατακκόκινους -σχεδον ρουμπινί- κόκκους, που μου θυμίζουν τα ολόγυμνα βουνά που γλύφουν τις παραλίες. Υπάρχουν άφθονα σχοίνα στις Κυκλάδες. Οι κάτοικοι δεν τα χρησιμοποιούν στη μαγειρική, λένε πώς "μόνο τα κατσίκια τα τρώνε". Σίγουρα σε αυτά οφείλεται η νοστιμιά τους.