21/6/16

Η μακρά διαδρομή των κερασώνων: από το Κιότο στη Βλαχοκερασιά

Κάποτε θα  εκπληρώσω ένα από τα όνειρά μου: μ' ένα καλάθι, τρώγοντας κεράσια, θα ακολουθήσω, τη σιδηροδρομική γραμμή Μύλων-Καλαμάτας, που λειτούργησε το 1898 και έδωσε τόση ζωή στον τόπο, σκέφτηκα, καθώς ο ήλιος έπεφτε πάνω στη γέφυρα του Μάναρη.
Το οτομοτρίς ξεφυσούσε καπνό, διασχίζοντας τις σιδερένιες γραμμές πάνω στα τοξοτά ανοίγματα που στηρίζονταν σε στέρεες βάσεις από ασβεστόλιθο. Το αγαπημένο θέμα όλων εκείνων που ήθελαν να απαθανατίσουν ένα από τα επιτεύγματα της τεχνολογίας του ελπιδοφόρου 19ου αιώνα σε τούτη την ξεχασμένη γη. 
Κάθε χρόνο, στα μέσα του Ιουνίου, ακολουθώ τον ίδιο δρόμο από τον Μάναρη προς τη Βλαχοκερασιά, πέρασμα ανάμεσα σε βουνά και μικροσκοπικές κοιλάδες, για να πάω να μαζέψω κεράσια. 
Λίγο πριν τη Βλαχοκερασιά, βρίσκεται ο εγκαταλελειμμένος κερασώνας. Ο κερασώνας μου.  Τα κεράσια του κρέμονται σε μικρά μπουκετάκια κίτρινα-πορτοκαλί-κόκκινα-κατακόκκινα. Έκοψα τα κεράσια προσεκτικά μαζί με τα στιλπνά πράσινα φύλλα τους και τα έβαλα στη ψάθινη καλαθούρα.
Μόλις γύρισα στο σπίτι γέμισα με κεράσια τη φαγεντιανή πιατέλα και πέρασα το πιο όμορφο ζευγάρι πίσω από τ' αυτί μου.
Γύρισα και κοιτάχτηκα στον καθρέφτη. Κανείς από αυτούς που σχημάτισαν το DNA μου δεν θα μπορούσε να φανταστεί τη μακρά διαδρομή της φαγεντιανής πιατέλας και των κερασιών: Μαρσίλια, Σπέτσες, Μεγαλόπολη, Περιβόλια, Αθήνα, Κιότο, Γένουα, Βλαχοκερασιά.
Οι διαδρομές των ανθρώπινων πολιτισμών μπλέκονται ή διασταυρώνονται μεταξύ τους: άνθρωποι, πράγματα, φυτά.

15/5/16

Τα αηδόνια σημαδεύουν τις καλοκαιρινές νύχτες μου

Απόψε τη νύχτα τα αηδόνια κελαϊδούσαν στο ποτάμι, δίπλα στον πλάτανο, στις άκριες του σπιτιού μου. Το ρεπερτόριο πλούσιο, έτερπε και τον πιο απαιτητικό ακροατή. Τα αηδόνια σημαδεύουν τις καλοκαιρινές νύχτες μου. Οι παιδικές μνήμες επανέρχονται...
Κάποιο μεσημέρι εκεί,μέσα της 
δεκαετίας του '60, πάνω στο τραπέζι, ο πατέρας μου ξεδίπλωσε ένα μεγάλο κουτί. Εμείς, γύρω-γύρω με την μητέρα μου και τον αδερφό μου, σαστίσαμε όταν 
είδαμε ένα μαγνητόφωνο Grundig. Γυαλιστερό, ολοκαίνουργιο με τις δύο μπομπίνες του  άλλοτε να γυρίζουν αργά και άλλοτε ξέφρενα, καθώς εκείνος και μοναχά εκείνος χειριζόταν τα κουμπιά του. 
Πιστεύω ότι ο μοναδικός λόγος, που ο πατέρας μου αγόρασε τη συσκευή, ήταν για να μαγνητοφωνήσει τα αηδόνια του πατρικού σπιτιού του στο χωριό. Από τις αρχές του καλοκαιριού, όταν στήναμε το μεγάλο τραπέζι, με το άσπρο υφαντό τραπεζομάντηλο και μαζευόταν τριγύρω η μεγάλη οικογένεια, με τους αδερφούς, τις αδερφές του, τα ξαδέρφια μου -παιδάκια μικρά κι αυτά, τα αηδόνια κελαϊδούσαν σκεπάζοντας όλους τους θορύβους της νύχτας, ακόμη και τις φωνές μας. Δεν ήταν ανάγκη να κάνουμε ησυχία για να τ' ακούσουμε. Με ήχους ξεκάθαρους, μεταλλικούς, φρόντιζαν για την τέρψη μας. Μέτρα ίσως και χιλιόμετρα ταινίας είχε ξοδέψει ο πατέρας μου για να αποτυπώσει τα κελαϊδίσματά τους. Τα κυριακάτικα μεσημέρια στην Αθήνα, πριν την έλευση των φίλων και συγγενών για το γεύμα,  δεν παρέλειπε ποτέ, να ακούει κλεισμένος μόνος του, στο σαλόνι την αγαπημένη φωνή του στρουθιόμορφου πτηνού
 Ήταν μια απόλαυση που την κρατούσε αποκλειστικά για τον εαυτόν του.
Οι λεκέδες από το κόκκινο φλέρυ στο τραπεζομάντηλο, οι φωνές των αηδονιών και η μυρωδιά του κυριακάτικου ψητού, συνιστούν αποτυπώσεις της μνήμης.

Ο λαγός στην πανσέληνο

Πηδούσε ρυθμικά και που και που κοντοστεκόταν στα πίσω  πόδια  του, ανασηκώνοντας τα μακριά του αυτιά. Λαγός! Λαγός! φωνάξαμε μόλις τον είδαμε. Νύχτα με πανσέληνο, παρέα με την Αλεξάνδρα. 
Το αυτοκίνητο κυλούσε αργά-αρχά, σχεδόν αθόρυβα στους φιδιαστούς δρόμους των λόφων της Φαλαισίας. Απορροφημένες από την τεράστια φωτεινή πορτοκαλί μπάλα την ακολουθούσαμε προσπαθώντας να την φτάσουμε. Η προαιώνια, ακατανίκητη έλξη της πανσελήνου! Τα αυτιά του λαγού ήταν σε μια ευθεία γραμμή με τις αχτίνες του φεγγαριού. Σταματήσαμε απότομα.  Ήταν ένα μικρό σαστισμένο λαγουδάκι. Δεν φορούσα ποδιά και φιόγγο στα μαλλιά, δεν έμοιαζα με τη μικρή Αλίκη, δεν θα μπορούσα ποτέ να αγγίξω τον μικρό λαγό. Σβήσαμε τα φώτα και παρακαλούσαμε να φύγει, να εξαφανιστεί το δυνατόν γρηγορότερα. Ανάψαμε τα φώτα κι' ο λαγός ήταν ακόμη εκεί, ακίνητος, ασάλευτος, με το τρίχωμά του φουντωτό, ανασηκωμένο. Ξανασβήσαμε τα φώτα. Το βλέμμα μας στράφηκε στη γκρίζα γραμμή που σχημάτιζαν οι λόφοι. Αισθάνθηκα τρυφερότητα, ίσως και συμπόνοια για το λαγό, που τον είχε εγκαταλείψει έτσι άσπλαχνα η λαγουδίνα μαμά του - νύχτα και με πανσέληνο. Όταν ανάψαμε τα φώτα ξανά, ο λαγός δεν υπήρχε πουθενά. Μπορεί να ακολούθησε την Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων.

14/5/16

Κάπαρη, κρίταμο και αγροβιολέτες στους βράχους

Αρχές Μάη, ο ήλιος πύρωνε τους κάτασπρους βράχους. Είχαν γίνει σχεδόν λείοι, κοφτεροί, από τον άνεμο και το κύμα. Βράχοι σκόρπιοι στον απότομο γκρεμό, στην άκρη του κάμπου του Μαραθώνα. Ξεκινήσαμε για να συλλέξουμε κάπαρη με τη Χριστίνα και την Κλειώ, που ως σκύλος ιχνηλάτης, έχει γίνει πολύτιμη σε αυτά τα περιπετειώδη μονοπάτια προς αναζήτηση καρπών. Γουβιασμένη η κάπαρη στους βράχους και εμείς αγκιστρωνόμαστε για να τη συλλέξουμε. Στο λιγοστό χώμα η βλάστηση ήταν οργιώδης, μπλέκονταν οι καπαρώνες με το κρίταμο και τις αγριοβιολέτες. Μάζεψα το κρίταμο, το έβαλα στο σακίδιο. Να! το πρώτο μπουκέτο της χρονιάς. Έσκυψα και έκοψα ευλαβικά ένα λουλουδάκι από τις αγριοβιολέτας. Το κάρφωσα στο αυτί μου. Τα μαλλιά μου ατίθασα από το αγέρι, μπλέκονταν στα πέταλά της. Πηδούσαμε με την Χριστίνα σαν τα ερίφια, για να γαντζωθούμε και να κυρτώσουμε στη συνέχεια τα σώματά μας, σαν ευλύγιστα τόξα. Μαζεύαμε  ένα-ένα τα μπουμπούκια της κάπαρης. Κάπαρη πράσινη και κάπαρη κόκκινη, τραγανή, μυρωδιαστή, μας συνέπαιρνε το άρωμά της, καθώς τη βάζαμε στο σακουλάκι μας. Ο ιδρώτας, σταγόνα-σταγόνα κατέβαινε απότομα από τα φρύδια μου στα μάτια και με τύφλωνε όλο και πιο πολύ. Όλο και πιο πολύ η θάλασσα μας κατεύθυνε προς τον κόρφο του γκρεμού. Το τοπίο μας ρουφούσε.
Η Χριστίνα όρθωσε το σώμα της, κύταξε τον ήλιο κατάματα, άπλωσε τα χέρια της προς τον ουρανό. Αυτό είναι ευτυχία μουρμούρισε... Αυτό σημαίνει ελευθερία... σκέφθηκα.

27/11/15

Η κόσα θέλει ψυχή

Φυσούσε για τρίτη μέρα ο λίβας, έκαιγε ο τόπος, σύριζαν τα σπαρτά στο χωράφι, λες κι' έπαιρναν φωτιά. Βγήκα από το σπίτι. Η Κλειώ ξωπίσω μου. Είδα τις  σαύρες να τρέχουν να κρυφτούν κάτω από τις ποταμίσιες πέτρες. Άρπαξα την κόσα. Έσφιξα τα χείλη μου κι απόφάσισα να δοκιμάσω γι' άλλη μια φορά μήπως και τα καταφέρω να θερίσω το βίκο στο χωράφι μου. Είχα αποπειραθεί πολλές φορές, αλλά ποτέ δεν κατάφερα.
Mε την κόσα στο χέρι . Αρχείο Τροφοσυλλέκτη
 Ένα από τα πρώτα πράγματα που σε διδάσκει η φύση είναι η απόλυτη πειθαρχία του σώματος και του νου. Η δύναμη πάει στράφι, όταν δεν μπορείς να δαμάσεις τους μύς σου με τη σκέψη σου. Δεν μπορείς να είσαι ένας αμέριμνος Οβελίξ όταν βγαίνεις για να συλλέξεις τους καρπούς της φύσης, να περιποιηθείς το χώμα, να βοηθήσεις τα δέντρα να ευδοκιμήσουν. Πρέπει να είσαι συγκεντρωμένος, να παρατηρείς, να ακούς, να ισορροπείς το σώμα σου για να μην παραπατήσεις, να προστατεύεις τα χέρια σου από τα επικίνδυνα χόρτα, να ερμηνεύεις τα σημάδια της φύσης, τις πατημασιές των αγριόχοιρων, τα νυχτοπερπατήματα των λαγών στην πανσέληνο.
Πάντα ζήλευα τους περαστικούς αλλοδαπούς εργάτες, που περνούσαν για να ζητήσουν δουλειά με την κόσα στον ώμο τους. Πάντα τους έμπαζα στο χωράφι για ένα μεροκάμματο. Άξιζε τον κόπο! Η απόλυτη αρμονία! Το σώμα τους καμπυλωνόταν, έπαιρνε το σχήμα της κόσας, λύγιζε σαν την κόσα, τα χέρια τους φαίνονταν ανάλαφρα, ενώ το κορμί τους κινούνταν από τη μέση και πάνω. Το κεφάλι έγερνε, σαν να αισθάνονταν τον αβάσταχτο πόνο των σπαρτών που ξεριζώνονταν απότομα, για να προσφέρουν τον "άρτον ημών τον επιούσιον" σ' εμάς τους ανθρώπους.
Από τη "λευκή κορδέλα" του Michael Haneke
Έσφιξα την κόσα πάνω μου. Πήγα στη μέση του χωραφιού, κύταξα πάνω τον ουρανό. Ήταν θολός. Σκέφτηκα όλους αυτούς τους πίνακες των φλαμανδών ζωγράφων, του Pieter Brughel, των γάλλων ιμπρεσσιονιστών, του Julien Dupre με τους αγρότες που χειρίζονταν την κόσα με την άνεση ενός αριστοτέχνη χορευτή πάνω στην πίστα. Καρέ-καρέ περνούσαν από μπροστά μου οι σκηνές από το 1900 του Bernando Bertolucci, με τους γαιοκτήμονες-αριστοκράτες σε πρώτο πλάνο και τους αγρότες, οι σκηνές από τη λευκή κορδέλα του Michael Haneke με τους εκκολαπτόμενους φασίστες σε πρώτο πλάνο και τους αγρότες.  
Με τα μάτια της ψυχής ακολούθησα τους ήρωές μου. Στεκόμουν στη σειρά, πίσω τους, και επαναλάμβανα τις κινήσεις τους. Το σώμα μου, σε πλήρη αρμονία με την ψυχή μου. Επιτέλους τα κατάφερα. Έβαλα την ψυχή μου. Σταμάτησα όταν ο ιδρώτας που έσταζε, μου θάμπωσε τα μάτια.

23/11/15

Το μάζεμα της ελιάς στους δίσεκτους χρόνους

Όλη η Ελλάδα έχει ξεχυθεί για το μάζεμα της ελιάς.  Οι εργαζόμενοι των πόλεων, με τη χρεωστούμενη άδεια του καλοκαιριού, από την Ανατολή μέχρι τη Δύση του ήλιου μαζεύουν τις ελιές τους. Μόλις βγεις στους μικρούς δρόμους, η χαρακτηριστική καυστική μυρωδιά του λαδιού φωλιάζει στα ρουθούνια σου. Οι ελιόκαμποι είναι γεμάτοι από τα γέλια και τα χωρατά των ανθρώπων, θόρυβος, θόρυβος παντού. Και μετά στα σπίτια, στα τηλέφωνα, στο face book, ανταλλάσσονται συνταγές για την παρασκευή των βρώσιμων ελιών. 
Μάζεμα της ελιάς στο Βιδόνι Αρκαδίας,
Αρχείο Αργύρη Αντωνόπουλου
Εδώ και αρκετά χρόνια συλλέγω τις ελιές μου από τα εγκαταλελειμμένα δέντρα που κρύβονται στις ράχες των ηλιόλουστων αρκαδικών βουνών. Είναι πολλές οι ελιές, βρίσκονται κοντά στις σωρούς από τις πέτρες, τα απομεινάρια των οικισμών του 18ου-19ου αιώνα. Το μάζεμα για μένα είναι μια μοναχική εργασία. Μου αρέσει να περνάω το χτένι μου ανάμεσα στους καρπούς της ελιάς και να βλέπω τα φύλλα της σαν μικρά σπαθάκια να λαμπυρίζουν στον ήλιο. Και μετά στο σπίτι, τις βάζω στη μεγάλη γαλάζια πλαστική λεκάνη και τις πλένω με τη μάνικα του κήπου. Κι' όταν οι ελιές καθαριστούν, αποχωριστούν από το μίσχο και τα φυλλαράκια τους, γεμίζω τα κιούπια με τις εκλεκτές -αυτές που δεν τις έχει πλησιάσει το μουσούδι του δάκου- τις βάζω να κολυμπάνε στο νερό και ρίχνω και λίγο χοντρό αλάτι. Οι ελιές αργούν να γίνουν. Δεν βιάζομαι ποτέ. Στο πρώτο ανοιξιάτικο τραπέζι, οι εκλεκτοί καλεσμένοι μου τις δοκιμάζουν.
Οι φωνές ακούγονται από μακριά, τώρα που νυχτώνει, τα μηχανήματα στα λιοτρίβια αγκομαχούν, ο κόσμος βιάζεται να γυρίσει στο σπίτι του. Οι άνδρες -πρωτευουσιάνοι, αλλοδαποί, και ντόπιοι, όλοι ανεξαιρέτως θα συναντηθούν στο καφενείο για να πιουν το εκλεκτό "φλέρι" και να γευτούν το λιτό μεζέ. Οι γυναίκες θα μαζευτούν στα σπίτια για να γελάσουν. 

Η ιεροτελεστία θυμίζει άλλες εποχές. Η παλινδρόμηση του χρόνου της κρίσης. Το κατώφλι της αυτοκατανάλωσης το διαβαίνουν όλο και περισσότεροι σήμερα. 
Οικογένειες ολόκληρες, μικροί και μεγάλοι, ο καθένας συμμετέχει περήφανος στο μάζεμα της ελιάς,για να πάρει το μερτικό του, για να βγάλει τον επιούσιο με τον ιδρώτα του προσώπου του.
Ίσως στους δίσεκτους οι άνθρωποι να αγαπούν περισσότερο τη γη και να δένονται όλο και πιο πολύ μαζί της.

1/11/15

Οι δύο όψεις του φεγγαριού

Το φεγγάρι του φθινοπώρου στάθηκε ακριβώς δίπλα από τον Πύργο των Αθηνών. Ήταν σκληρό το φως του, καθώς ανταγωνιζόταν τη μεγάλη φωτεινή επιγραφή της "Interamerican". Βγήκα στο μπαλκόνι, τα μαβιά λουλούδια του δεντρολίβανου έλαμπαν στη νύχτα, μάζεψα μια χουφτίτσα και την έσφιξα στην παλάμη μου. Το φως του φεγγαριού ήταν σκληρό, διαπεραστικό, ερχόταν κατευθείαν από απέναντι, - διαπερνούσε τις κεραίες, που έτρεμαν σχεδόν σαν διαφανείς σωλήνες από τον αέρα μέσα στη νύχτα.
Αδείλιαστο το φεγγάρι της Αθήνας, που προκαλεί τους διασκεδαστές του Σαββατοκύριακο να ασχοληθούν μαζί του, καθώς αυτοί περνούν με τ' αυτοκίνητα, πεζοί και ποδηλάτες και δεν κοιτούν ποτέ προς τα πάνω στον ουρανό.
Το φεγγάρι στο αρκαδικό οροπέδιο, είναι παιχνιδιάρικο, τρέχει σαν τη σβούρα, παίζει με τα σκούρα σύννεφα, δεν πλησιάζει ποτέ το κόκκινο φως της ανεμογεννήτριας που αναβοσβήνει στο βουνό, πέρα προς τον Αναβρυτό. Λειτουργεί συμπληρωματικά φωτίζοντας το μονοπάτι απ' όπου αναμένεται να περάσει ο Δον Κιχώτης. Κοιτάζω πάντα από την αγαπημένη μου γωνιά στο χωράφι εναλλάξ πότε το φεγγάρι και πότε το φως της ανεμογεννήτριας και νομίζω ότι θα ακούσω τους αιώνιους καυγάδες του μυλωνά με τη μυλωνού, μαζί με τα πτερύγια του ανεμόμυλου που στρέφονται αδιάκοπα μέσα στο χρόνο
.