15/9/17

"της Παναγίας" στις Σπέτσες


Μέρα εορτής, που συγκεντρωνόταν όλη η μεγάλη οικογένεια, από τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα, την Αίγυπτο, την Αφρική, την Αθήνα, τις ανταριασμένες θάλασσες.  Πόσα καλοκαίρια, με συγγενείς και φίλους γευματίσαμε στο μεγάλο τραπέζι του κήπου, με το άσπρο αλέκιαστο λινό τραπεζομάντηλο και τα φοβερά πιάτα με τις μπλε τουλίπες της γιαγιάς μου, της Μυρσίνης. 
- Θα θυμάμαι πάντα το δίσκο με τις πασπαλισμένες από ζάχαρη χοντρές φλούδες των λεμονιών. Τα συλλέγαμε προσεκτικά γι' αυτό το σκοπό από το περιβόλι μας. 
- Θα θυμάμαι τους καρπούς από τα φρέσκα αμύγδαλα, που αγαπούσε ιδιαίτερα η θεία Άσπα από το Πορτ-Σάιντ. Σκαρφάλωνα στο δέντρο και τα έχωνα κατευθείαν στις μεγάλες τσέπες της  ποδιάς μου.
- Θα θυμάμαι πάντα τον αστακό, παραγγελία του παππού μου στον κυρ-Ηλία, από την Κοιλάδα. Χοχλάκιαζε και εμείς μικρά παιδιά, απολαμβάναμε το μαρτύριο του ζεματίσματός του, μέσα στον βαθύ τέντζερη, στη κουζίνα.
- Θα θυμάμαι πάντα τη γεύση του εκλεκτού λαδιού από το Κρανίδι, που μας έφερναν κάθε χρόνο οι συγγγενείς της Βαρβάρας.
- Θα θυμάμαι το παγωτό κρέμα με σιρόπι λεβάντας της γιαγιάς μου. Εκλεκτό επιδόρπιο.

Ο Ελαιοδεντρίτης και οι τσίχλες

Ο ίδιος δεν θυμόταν πόσο χρόνων είναι. Εδώ και χρόνια έμενε σ' ένα μικρό καλύβι στα Κυπαρισσιακά όρη. Αυτός και το άλογό του. Θα μπορούσε να κυνηγάει αγριόχοιρους, αφού ήξερε πολύ καλά τα περάσματά τους ή να θερίζει με την κόσα του στα χωράφια και τους κήπους.  Εδώ και χρόνια έκανε την ίδια δουλειά: Μάζευε μικροσκοπικά βλαστάρια αγριελιάς που φύτρωναν στις πλαγιές τού βουνού, τα έχωνε σε τενεκέδες, κουβάδες λογιών λογιών, κι όταν αυτά ανασταίνονταν, τα μπόλιαζε και τα πουλούσε στα παζάρια, ενώ τα πολύ μικρά και ασθενικά τα δώριζε στους φτωχούς μεροκαματιάρηδες. 
Όλοι τον γνώριζαν τον γέρο,  τον φώναζαν  "Ελαιοδεντρίτη". Κανείς δεν βασανιζόταν για να μάθει το πραγματικό του όνομα.
Ο Ελαιοδεντρίτης ασκούσε ένα επάγγελμα που απαιτούσε τέχνη, ιδιαίτερες ικανότητες και υπομονή.
Οι πλαγιές των ορέων ήταν γεμάτο αγριελιές, κουμαριές ,σχίνα, μύρτα, διάσπαρτες συκιές και μικροσκοπικούς αμπελώνες. Στα ριζά τους κυριαρχούσαν οι μεγάλοι ελαιώνες, φημισμένοι από τα χρόνια της Ενετοκρατίας, για το λάδι τους -πρώτη ύλη- για τα σαπούνια εκλεκτής ποιότητας. Τα Κυπαρισσιακά όρη είναι ακόμη και τώρα ειδυλλιακός τόπος για τις τσίχλες. Τα πουλιά που κάθε χρόνο από τις αρχές του Οκτώβρη έρχονται κατά μεγάλα σμήνη στην Ελλάδα για να ξεχειμωνιάσουν ή περνούν για να καταλήξουν σε πιο θερμά κλίματα στην Αφρική.
Οι τσίχλες είναι λαίμαργες, καταπίνουν αμάσητες τις αγριελιές, και αφήνουν μέσω των περιττωμάτων τους  κουκούτσια. Κουκούτσια με φυσικό λίπασμα, υγρό χώμα, ιδανικές συνθήκες για την ανάπτυξη της αγριελιάς. 
Ο Ελαιοδεντρίτης γνώριζε πολύ καλά κάθε κλαδάκι, κάθε ψηλό θάμνο, που κούρνιαζαν οι τσίχλες στη δύση του ήλιου, στριμωγμένες η μια δίπλα στην άλλη, για να προστατευθούν από το κρύο κι από τα αγρίμια του βουνού -αλεπούδες, τσακάλια, κουνάβια. Εκεί τριγύρω, πάνω στο έδαφος ο Ελαιοδεντρίτης έβρισκε τις πιο πολλές κουτσουλιές, που ήταν ανακατεμένες με κουκούτσια. Κάποια από αυτά πετούσαν βλαστάρια.  Ακούραστος, σαν το ξωτικό όλο το χειμώνα, ανεβοκατέβαινε τις πλαγιές, πέρα δώθε,  παρακολουθώντας τις τσίχλες. 
Την άνοιξη άρχιζε η συλλογή των βλασταριών. Στο ντορβά του είχε κουρέλια από τα τσουβάλια της σταφίδας. Τα προμηθευόταν από τα Φιλιατρά. Οι ίδιες κινήσεις, η ίδια ιεροτελεστία. Έσκυβε στη γη, αργά προσεκτικά έσκαβε με τα ροζιασμένα χέρια του για να αποχωρίσει το κάθε βλαστάρι από τη μάνα-γη, στη συνέχεια το τύλιγε γύρω γύρω με το κουρέλι και τέλος το εναπόθετε ευλαβικά στο καλάθι.
Τα βλαστάρια αναπτύσσονταν,  μπολιάζονταν για να γίνουν ελιές στον υποτυπώδη αυλόγυρο του καλυβιού του.
Ένας φυσικός φράχτης από αγριοελιές προστάτευε το καλύβι του.
Στα παζάρια, ο Ελαιοδεντρίτης, είχε πάντα εκεί που καθόταν, μπροστά του, πάνω σε έναν αναποδογυρισμένο ντενεκέ ένα βαθύ τσαγκανισμένο πιάτο γεμάτο λάδι με τη στάμπα ΚΕΡΑΜΕΙΚΟΣ. Οι καλοί πελάτες βουτούσαν το δείχτη του χεριού τους μέσα και στο λάδι και στη συνέχεια έφερναν το δάχτυλο στο στόμα τους και το πιπίλαγαν βουλιμικά. Όλοι, ανεξαιρέτως, ισχυρίζονταν ότι ήταν το εκλεκτότερο λάδι που είχαν δοκιμάσει. Κανείς, όμως, δεν ήξερε το μυστικό του:
λάδι, από τις αγριελιές του.
Με τα χέρια του και με τον ιδρώτα του μάζευε έναν έναν τους καρπούς της. Οι καρποί της αγριελιάς δεν πέφτουν ποτέ στο χώμα.






18/6/17

...με άρωμα κεράσι...

Ένα κείμενο του Θόδωρου 



"Fist day out", Αρχείο Θόδωρου Σαλίμπα
Στέκεται παραφουσκωμένη πίσω από την εξώπορτα περιμένοντας την εκφορά της, γεμάτη απομεινάρια ιερών ημερών. Λεμονόκουπες που χάϊδεψαν το απαλό δέρμα του θυσιασμένου ζώου τώρα συνοδεύουν τα οστά του. Χαρτιά πασαλειμμένα με λίπος από το σφούγγισμα των πιάτων. Χάντρες από το φθηνό περιδέραιο που έσπασε από παλαιότερο φλογερό αναστάσιμο φιλί και βρέθηκαν τώρα μεσ’ τη μέση κι’ αυτές! Φλούδες κάθε λογής ανάκατες με κόκκινα τσόφλια αυγών. Τρύπια καλσόν και πλήθος άλλων ετερόκλητων υλικών. Και μαζί με όλα αυτά, χειρόγραφα γραμμένα και από τις δύο μεριές, σαν σύγχρονα παλίμψηστα, με τα απορριφθέντα πνευματικά προϊόντα της σχόλης. Ο μελλοντικός ποιητής και ο αρχαιολόγος θα δυσκολευτούν πολύ να βγάλουν συμπέρασμα, όσες αγκύλες κι αν προσθέσουν... το ίδιο και οι τυχόν ερευνητές μυστικών υπηρεσιών!

ΥΓ. Η σκουπιδοσακκούλα μας είναι με άρωμα κεράσι… 

13/6/17

Δυστυχώς όχι περί ανέμων και υδάτων...

Μούρα, κορόμηλα, βύσσινα... Θίνες παραποτάμιες... Περιφρονεμένοι καρποί... Τους ξεχάσαμε. Η έννοια της φθαρτότητας, καρποί που ακολουθούν τις αναμνήσεις της παιδικής ηλικίας μας. Βυσσινάδες του καλοκαιριού, που παίρνουν τη σπιρτάδα του πυρετού, που γιατρεύουν τις αμυγδαλές. Θυμάμαι τον πατέρα μου να κλέβει τα κορόμηλα, που πέφτανε στο μπαλκόνι του σπιτιού μας στην Αγία Παρασκευή. Θυμάμαι τις μαρμελάδες του καλοκαιριού, με όλες τις γυναίκες της οικογένειας επί ποδός στην κουζίνα, τις φουρκέτες, τις άσπρες ατσαλάκωτες ποδιές, τις πιατέλες με τα μπλε λουλούδια στον πάτο, το θόρυβο, αυτό το φρουφρούρισμα από τα λινά φορέματα στη βεράντα στις Σπέτσες.
Τα τοπία δεν είναι αναλώσιμα. Η φύση γλεντάει μόνη της.  
Εμείς θεωρητικολογούμε σε κλειστούς ή ανοιχτούς χώρους, βυθισμένοι στο κιτς της κουλτούρας του τσίπουρου, φλυαρώντας ακατάσχετα, δυστυχώς όχι περί ανέμων και υδάτων. 
Εγκαταλειμμένοι κερασώνες, μουριές με πλούσιο φύλλωμα και καρπούς, καθώς δεν υπάρχουν πλέον μεταξοσκώληκες να το τραγανίσουν. Βυσσινιές, αυτές που απέμειναν από το αλόγιστο ξεπάτωμα. Αρωματικά κορόμηλα σε όλες τις αποχρώσεις του παστέλ κίτρινο, πορτοκαλί, ροδί. Τα φωτογράφισα. 
Θα γυρίσω στην Αθήνα με με το πορτ μπαγκάζ να ξεχειλίζει από σημειώσεις, βιβλία και ξύλινα καφάσια γεμάτο από φρούτα.

Στα ψηλά βουνά, Ντουρντουβάνα

-'Ο,τι σου δίνουν πρέπει να το τρως!
Στην κορυφή, αρχείο Τροφοσυλλέκτη
Μου είπε αυστηρά ο Θανάσης, καθώς  γλυστρούσε στην παλάμη μου ένα πλαστικό κύπελλο με κόκκινο κρασί, αγνώστου προελεύσεως, και προσπαθούσε να με πείσει να φάω ένα κομμάτι λουκάνικο χοντρό, γεμάτο λίπος. Ήταν βράδυ, ήμουν κουρασμένη, είχαμε μόλις στήσει τη σκηνή μας στις όχθες της λίμνης Δόξας στη Φενεό Κορινθίας και καθόμαστε στην ουρά για να δούμε με τα τηλεσκόπια της Ομάδας Αστρονομίας της Δημοτικής Βιβλιοθήκης Κορίνθου τους πλανήτες και τους αστερισμούς. Περισσότεροι από πεντακόσιοι ορειβάτες, απ' όλη την Ελλάδα βρίσκονταν εκεί. Ήταν η πρώτη φορά που έπαιρνα μέρος σε ορειβατική αποστολή, με τον Σύλλογο Αρκάδων Ορειβατών Οικολόγων. Είμαστε τέσσερις: Ο Θανάσης, ο Κώστας, ο Δημήτρης και εγώ. Δεν νύσταζα καθόλου, δεν κρύωνα καθόλου. Κοιμήθηκα ελάχιστα, στριφογύριζα συνεχώς, και πετάχτηκα αμέσως όταν ο Θανάσης άρχισε να σαλεύει τη σκηνή για να ξυπνήσουμε. Ακόμα έχω την εντύπωση ότι με κοίταζαν με δυσπιστία, ίσως νόμιζαν ότι δεν θα τα καταφέρω να ανεβώ στην κορυφή.
Πλυθήκαμε στην πηγή, ήπιαμε τσάι του βουνού με μέλι, φάγαμε κέικ και γύρω στις 6 το πρωί ξεκινήσαμε με ιδανικό καιρό την ανάβαση προς την κορυφή του όρους Ντουρντουβάνα ή Πεντέλεια.
Εφιάλτης η πρώτη ώρα πορείας, η αναπνοή μου ήταν αρρύθμιστη, το σώμα μου τυλιγόταν και στριφογύριζε από τη μέση και πάνω ακυβέρνητο, απείθαρχο, κρύος ιδρώτας, ένοιωθα ότι περπατούσα με ξυλοπόδαρα. 
Η λίμνη Δόξα, αρχείο Τροφοσυλλέκτη
Σήκωσα το κεφάλι και κοίταξα πάνω ψηλά τις γυμνές πλαγιές της Ντουρντουβάνας. Χρυσά κύματα κατέβαιναν μέχρι τη μέση -τσάι του βουνού που άστραφτε, φυτεμένο στις γούβες των βράχων και στα χωμάτινα κενά από τις σάρες. Πήρα μια βαθιά ανάσα, το οξυγόνο έφτασε κάτω χαμηλά μέχρι τις άκριες των δαχτύλων, στα πόδια μου. Άρχισα να περπατώ, να υπερβαίνω τη σωματική δυσκαμψία μου. Σκαρφάλωνα, αψηφώντας τις σάρες, πηδώντας συχνά από βράχο σε βράχο, με το γκρεμό από κάτω. Δεν θυμήθηκα ποτέ από τότε ότι κάποτε ήμουν υψοφοβική. Κάποιες φορές προχωρούσα προς την κορυφή επειδή δεν είχα άλλη επιλογή. Δεν μπορούσα να εγκαταλείψω την ομάδα, δεν ήμουνα κόρη του Νιάρχου για να μου φέρουν ελικόπτερο να με μεταφέρει. Ο Θανάσης με εμψύχωνε, ο Δημήτρης ακολουθούσε πίσω μου σιωπηλός, ο Κώστας ήταν μακριά, ευκίνητος, ακαταπόνητος, μάζευε τσάι του βουνού, ενώ ταυτοχρόνως σκαρφάλωνε.
Μετά από έξι ώρες πορεία τα καταφέραμε και φτάσαμε όλοι μαζί στην κορυφή Τριανταφυλλιά (2.109μ). Συναντήσαμε εκεί πολλούς ορειβάτες. Αφήσαμε τα μπατόν, ξεζαλωθήκαμε τα σακίδια και καθήσαμε πάνω στους βράχους. Γλέντι τρικούβερτο, με ξηρούς καρπούς, μπάρες δημητριακών, παξιμάδια, χυμούς φρούτων, μπανάνες.  Η θέα ήταν εκπληκτική. Ο αέρας μας δρόσιζε. Οι ορεινοί όγκοι από την Πελοπόννησο μέχρι τη Θεσσαλία και την Εύβοια ήταν ορατοί. Δάση από έλατα και μαύρη πεύκη κυριαρχούσαν περιμετρικά του όρους. Το τσάι του βουνού εμπλούτιζε το οσφρητικό τοπίο, καθώς αγναντεύαμε την πεδιάδα του Φενεού, την είσοδο προς τον Άδη, από όπου κατέβαινε η Δήμητρα αναζητώντας την κόρη της Περσεφόνη. Κατάβαση από πετρώδη μονοπάτια και κολύμπι στα  καθάρια νερά της λίμνης Δόξας. Στο τέλος ομολόγησα την αλήθεια για τις μέχρι τότε ορειβατικές εμπειρίες μου: ανάβαση στον Λυκαβηττό, περιήγηση με τζιπ στο Κιλιμάντζαρο και διανυκτέρευση σε πολυτελή resort.

12/6/17

Μεταπανσέληνοι νύχτες

Μεταπανσέληνοι νύχτες, χωρίς φεγγάρι, θεοσκότεινες, με όλο το μεγαλείο του γαλαξιακού σύμπαντος. 
Υπαίθριες νύχτες υπόκωφοι, χωρίς γάτες κυνηγούς, χωρίς το κρώξιμο των βατράχων, χωρίς αηδόνια, χωρίς αλυχτίσματα σκυλιών, χωρίς κλάματα τσακαλιών. 
Οι συντεταγμένες τους συμπίπτουν με τις επιχαράξεις στις λεωφόρους των πόλεων. Πόλεις, με απαγορευμένη κυκλοφορία, λίγες ώρες πριν ξεκινήσουν οι μαζώξεις στην πλατεία Συντάγματος, οι μεγάλες πορείες. 
Υπαίθριες νύχτες και πόλεις με τους συλλογικούς φόβους να αναζωπυρώνονται. Επιτέλους ακούγονται οι μπουρμπουλήθρες από τα χονδρουλά χρυσόψαρα της δεξαμενής και τους κυπρίνους της λίμνης. Ξεφαντώνουν εν απουσία τροφοσυλλεκτών. Τα ταξίδια στον αστερισμό της Κασσιόπης αποτελούν πραγματικότητα. Τα φαντάσματα των αγανακτισμένων αιωρούνται συμπαντικά.

2/2/17

Ο Χάκλεμπερι Φιν στην Αρκαδία

"Το καλοκαίρι θα είναι ατελείωτο" .
"Και οι διακοπές αιώνιες" αποκρίθηκα στον Χάκλεμπερι Φιν.
"Πήρα σκηνή, φακό, μπανάνες, κρουασάν με γέμιση μαρμελάδας, ελπίζω να έχεις φροντίσει για τα ελάχιστα που απομένουν..." Με κοίταζε διερευνητικά, καθώς άνοιγε το πορτμπαγκάζ του αυτοκινήτου, για να βάλει τα πράγματα που είχε κουβαλήσει.
"Πήρα sleeping bag, σεντόνι, χαρτί υγείας, οδοντόβουρτσα, οδοντόκρεμα, και  shower gel κίτρο της Roget Gallet -δεν μπορώ να το αποχωριστώ". Το βλέμμα του ήταν αλλού. Ποιος ξέρει, φαίνεται θα είναι περίεργος για τα όρια της αντοχής μου στην περιπέτεια της επιβίωσης.
Το αυτοκίνητο ανηφόριζε στο Μαίναλο, κι αυτός στο μπροστινό κάθισμα, σε θέση "υποχρεωτικής αγκαλιάς" με την Κλειώ, με ρωτούσε αν έχω συναντήσει ποτέ μου νεραϊδόνια κι αν έχω ακούσει το γέλιο του Πουκ και των ξωτικών τις καλοκαιρινές νύχτες στα βουνά.
Είχα κάνει αμέτρητα ταξίδια παρέα με τον Χακ Φιν. Τα χειμωνιάτικα πρωϊνά της Κυριακής διάβαζα και ξαναδιάβαζα το βιβλίο, εκδόσεις Παπαδημητρίου; ΑΣΤΗΡ; Φέξη; δεν θυμάμαι πια. Τα καλοκαίρια στις Σπέτσες, ταυτιζόμουν με τον Χάκλεμπερι καθώς γευόμουν αυτή την άκρατη ελευθερία-αλητεία σαν  μικρομέγαλος-πλάνητας από το πρωί μέχρι το βράδυ στο νησί. Ένα απόγευμα, μάλιστα, προσπάθησα να φτιάξω και σχεδία, με τα κλαδιά από τους φοίνικες, που είχαν περισσέψει από τη διακόσμηση της  ντισκοτέκ, στην παραλία απέναντι από την Κοργιαλένειο. 
Ο Χάκλεμπερι δεν ήταν ποτέ μόνο πρόσωπο. Ήταν και είναι το βουνό, το ποτάμι, ο Μισσισιπής, ο Τζιμ Τζάρμους, ο Tom Waits ο Ρομπέρτο Μπενίνι, η παρατεταμένη εφηβεία, το travelling στην πόλη με τον ξεχασμένο σιδηρόδρομο.

Το αυτοκίνητο σταμάτησε λίγα χιλιόμετρα μακρυά από την Ελάτη, ακριβώς έξω από το εκκλησάκι της Ζωοδόχου Πηγής. Ο Χακ πήρε παραμάσχαλα τη σκηνή και μαζί με την Κλειώ διάλεξε ένα χώρο μακρυά από τον δρόμο, "έτσι για να γίνουμε αόρατοι από τους ανθρώπους", είπε. Τον βοήθησα στο στήσιμο. Ξαφνιάστηκε. Μπορεί να νομίζει ότι προσαρμόζομαι εύκολα ή ότι διάβασα τις οδηγίες για το "πώς στήνουμε μια σκηνή" πιθανόν, ίσως, γιατί, έτσι...

Ήταν κοντά μεσάνυχτα όταν κλείσαμε το φερμουάρ της σκηνής για να κοιμηθούμε. Δεν ακουγόταν απολύτως τίποτα. Ούτε ο βοσκός, ούτε τα βελάσματα από τα πρόβατα στη στάνη. Η Κλειώ δεν γάβγιζε.
Ο ουρανός δεν είχε φεγγάρι, ήταν σκοτεινός. Η σιωπή, η απόλυτη σιωπή της ελευθερίας, η σιωπή του Μισισιπή. Η σπάνια ακινησία του Μαινάλου. Κοιμήθηκα στην αγκαλιά του αγαπημένου μου ήρωα.
"Απόψε δεν άκουσα τα ξωτικά", είπε ο Χακ απογοητευμένος, μόλις άνοιξα τα μάτια μου το πρωί. 
Ντυθήκαμε, νιφτήκαμε στην Τρανή Βρύση και κατεβήκαμε στην πλαγιά, προς τον Μυλάοντα ποταμό για να συλλέξουμε βατόμουρα για "πρωινό στη χλόη"
.