13/4/15

Σε βάθος χρόνων




Τίποτα δεν εξαφανίζεται, όλα εξακολουθούν να υπάρχουν σε βάθος χρόνων εντός του περιβάλλοντος χώρου του κάθε αγροτόσπιτου.
Κάθε άνοιξη, καθώς παρατηρώ τα χορτάρια που  μέρα με τη μέρα όλο και πιο πολύ πλησιάζουν και πνίγουν το μικρό μου σπίτι στο χωριό, ανα-συνθέτω, καθώς ανα-στοχάζομαι, την ιστορία του.
Οι βατσινιές επιμένουν να βγαίνουν κάτω από τα λιθάρια και να ακολουθούν το περίγραμμα του παλιού δίπατου σπιτιού μας, που γκρεμίστηκε από τους σεισμούς. 
Ο μαρμάρινος κύλινδρος, που πάνω του πάταγε ο παππούς για ν' ανέβει στο άλογο, πνιγμένος από τον κισσό  αντιστέκεται στο χρόνο. Έχει μεταφερθεί εδώ και κάμποσους αιώνες πριν από το χωράφι που σπέρναμε βρώμη, εκεί που βρισκόταν η αρχαία νεκρόπολη, οι  Αιμωνιές.
Η μυλόπετρα για το άλεσμα της ελιάς, τμήμα αρχαίας κολόνας είναι χωμένη στη ρίζα της αχλαδιάς, μπροστά στο νέο αντισεισμικό σπίτι μας και λίγα βήματα πιο πέρα, το πιθάρι του λαδιού, εξακολουθεί να αντιστέκεται στο χρόνο. Ο πατέρας μου έλεγε ότι χρονολογείται πριν να πατήσει ο Κολοκοτρώνης στα χωριά μας.
Τα δέντρα έχουν μείνει στη θέση που ήταν. Τα φυλοβόλα, η αχλαδιά και η βερυκκοκιά είναι μπροστά στα παράθυρα για ν΄αφήνουν τον ήλιο τον χειμώνα και να χαρίζουν δροσιά με το φύλλωμά τους το καλοκαίρι. Οι μηλιές είναι πίσω, δεν έχουμε ακόμα συλλέξει τους καρπούς από τα νέα δέντρα, τα παλιά κάηκαν στις φωτιές του 2007. Η καρυδιά δεσπόζει στον πίσω  χώρο, στην είσοδο του λαχανόκηπου. Οι μουριές κατά μήκος του οικοπέδου και του χωραφιού θέτουν τα όρια για τους ξένους, τους εν δυνάμει καταπατητές. Θεωρείται ασέβεια να κοπεί δέντρο που αποτελεί όριο του χωραφιού, του σπιτιού σου.
Οι κουφοξηλιές έχουν μεγαλώσει, τις αφήνω, για να θυμάμαι τη γιαγιά μου, τη γιάτρισσα που από τους κατάμαυρους καρπούς τους έκανε ματζούνια και καταπότια, για να θεραπεύει τον πονόλαιμο και τις αμυγδαλές. Γύριζε τα χωριά με τα σύνεργά της, μικρά γυάλινα βαζάκια με μπαρούτι και καρπούς κουφοξυλιάς, κρατώντας στο χέρι ένα-δυο ξερόκλαδα με αιχμηρές άκριες. Εκεί στις άκριες η γιαγιά έβαζε το μπαρούτι και πασάλειβε με αυτό τα λαιμά των ασθενών της.
Ο γέρικος πλάτανος στέκει αγέρωχος, πίσω,  εκεί που το ποτάμι χαράζει τα δυτικά όρια του οικοπέδου μας. Λίγες δεκαετίες πριν έρχονταν αηδόνια και κελαηδούσαν.
Τώρα τον Απρίλη και τον Μάη ακούμε τα φωνές των βατράχων που ερωτοτροπούν.








Αντικρίζοντας τον Ταύγετο και τ' Αμπελάκια

Επιτέλους ξαναβρέθηκα ύστερα από πολύ καιρό στα αρκαδικά λιβάδια. Eπιτέλους ξανάρχισα να γράφω. Λες κι' οι αισθήσεις, η έμπνευση έχουν ανάγκη από τον αέρα της εξοχής. Ξεκινάω με το σκύλο μου, την Κλειώ, το κυνήγι της τροφής. 
Αναζωογονήθηκα, η καρδιά μου κτυπούσε δυνατά αντικρίζοντας τις χιονισμένες κορφές του Ταϋγέτου, καθώς βάδιζα στην ύπαιθρο.
Μεγάλη Παρασκευή μεσημέρι και οι καμπάνες του επιτάφιου ηχούσαν στα γύρω χωριά. Απ' την κορυφή του λόφου φαίνονταν τ' Αμπελάκια. Γυάλιζε το μοναστήρι μέσα στον καταπράσινο ελαιώνα. Οι καλόγριες το λένε και το ξαναλένε, διηγούνται το θάμα: Όταν έπιασαν οι μεγάλες φωτιές, το 2007, προσεύχονταν και παρακαλούσαν θερμά τον Ύψιστο να σταματήσει τη θεομηνία. Πράγματι η φωτιά έγλειψε τους πρόποδες του βουνού και σταμάτησε εκεί που αρχίζει η ανηφόρα για το μοναστήρι. 
Πήρα από ψηλά το δρόμο, ανάμεσα στα λιβάδια για να κατέβω στο ποτάμι. Ήθελα να οσμιστώ τα σινάπια, τις καυκαλήθρες και τα μυρώνια. Ήθελα να γευτώ την πληθώρα των ραδικιών κατά μήκος του ρυακιού. Η Θοδώρα, η  φιλενάδα μου, πιστεύει ότι τα χόρτα πριν τα βάλεις στο καλάθι πρέπει να τα οσμιστείς και να τ' ακουμπήσεις στα χείλη σου, για να καταλάβεις αν πικρίζουν ή αν πιπερίζουν. Βρισκόμαστε στα μέσα του Απρίλη και τα χόρτα είναι ακόμα τραγανιστά, γεμάτο χυμούς από τις πολλές βροχές. Οι βρούβες είναι μπουμπουκιασμένες, δεν έχουν πετάξει ακόμα το κίτρινο λουλούδι τους. Απίστευτο χορταρικό το σινάπι με την πικάντικη και γεμάτη στιφάδα γεύση του, τρώγεται ολόκληρο, ο μίσχος, τα φύλλα και τα λουλούδια του.
Δεξιά μου ένα μικρό παρτέρι από κατακόκκινες ανεμώνες αντιστεκόταν σθεναρά στον βοριά. Στάθηκα και το φωτογράφησα. Κατόπιν έβγαλα τα σακουλάκια μου και το μαχαιράκι μου και ξεκίνησα το μάζεμα των χόρτων. Βρούβες, ραδίκια, σταμναγκάθια των ποταμών για τη σαλάτα. Τα σπαράγγια γύρω από τις ελιές ήταν ανέγγιχτα, τα έκοψα με προσοχή. 
Όσο πλησίαζα στο ποτάμι, τόσο περισσότερο έχωνε τα ρουθούνια της η Κλειώ μέσα στους θάμνους και στην άμμο. Παρατήρησα τις μεγάλες πατημασιές. Σίγουρα τα ξημερώματα θα 'χαν ξαποστάσει στις όχθες του τ' αγριογούρουνα. Μάζεψα λίγα καταπράσινα βλαστάρια θυμαριού.
 Ένα αυτοκίνητο κορνάριζε μέσ' τη σιγαλιά, έστρεψα το βλέμμα μου προς κει. Το αυτοκίνητο του μοναδικού ιερέα της περιοχής ανέβαινε αγκομαχώντας την ανηφόρα. Έπρεπε κάθε χωριό με τη σειρά του να βγάλει τον επιτάφιο στο προαύλιο κι αυτός έτρεχε από επιτάφιο σε επιτάφιο. Οι άνθρωποι τον περίμεναν με ανυπομονησία για να ψάλλουν τον νυμφίο που έρχεται... 
Πήρα το δρόμο του γυρισμού.
Το τραπέζι της Μεγάλης Παρασκευής ήταν απέριττο: πατάτες ψητές με κλωναράκια θυμάρι, τυλιγμένες στη λαδόκολλα, βρούβες βραστές με λάδι και λεμόνι, σαλάτα σταμναγκάθι και σπαράγγια στο φούρνο.

2/1/15

Η αισθητική των εσπεριδοειδών στον Κάμπο Χίου

Στον Κάμπο της Χίου εισήλθα από ένα στενό δρομάκι, μυστικό πέρασμα ανάμεσα σε υψηλούς μαντρότοιχους, που αιχμαλωτίζουν επαύλεις περασμένων εποχών και κάθε λογής δέντρα και φυτά, φανερώνοντας το πάθος που είχε καταλάβει τους άλλοτε κατοίκους του για την απόκτηση των πιο ωραίων και των πιο σπάνιων φυτών και δέντρων. Καθώς προχωρούσα οι καρποί των εσπεριδοειδών χάριζαν στο χώρο μια απίστευτη φωτεινότητα στη χρωματική γκάμα του κίτρινου, πορτοκαλί, κιτρινοπράσινου και πράσινου. Σηκώθηκα στις μύτες των ποδιών μου για να κόψω ένα μανταρίνι. Αφαίρεσα τη στιλπνή φλούδα του και δοκίμασα τον καρπό του. Ήμουν συνεπαρμένη από τις ευωδιές των εσπεριδοειδών που χώνονταν, έκαιγαν τα ρουθούνια μου κι' έφταναν μέχρι τα μηλίγγια μου.
Η πύλη της εισόδου στη μεγάλη έπαυλη άνοιξε μ΄έναν υπόκωφο θόρυβο. Το νερό έσταζε στα ρυάκια, το μαγγανοπήγαδο έτριζε από τον αέρα, λες κι' είχε αποτυπώσει πάνω του τα βογγητά των ζώων που το γυρνούσαν για να ποτιστεί ο κήπος. Είχα σαγηνευτεί από το ηχοτοπίο του Κάμπου. Ανέβηκα τις μεγαλοπρεπείς σκάλες της έπαυλης για να δω τις πέτρες  των κτισμάτων: κίτρινες, σταχτοκίτρινες, κόκκινες, βαθυκόκκινες έφεραν τα αποτυπώματα του χρόνου. 
Βρισκόμουν στην είσοδο της Λεκάνης της Μεσογείου, σ΄ ένα τόπο που άλλοτε ειρηνικά και άλλοτε βίαια Βυζαντινοί, Ενετοί, Γενουάτες, Οθωμανοί, Χιώτες άφησαν μια αισθητική που  παντρεύει την Ανατολή με τη Δύση.
Οι επαύλεις είναι το απόσταγμα του πλούτου και της ευμάρειας των Χιώτικων οικογενειών. Με εμπορικά δίκτυα στις τέσσερις γωνιές της γης, από την Οδησσό, στο Λιβόρνο, στη Μασσαλία, στο Μάντσεστερ και στο Λονδίνο, από το Πορτ Σάιδ, στην Καλκούτα, αλλά και στη Νέα Υόρκη, είχαν την εμπορική εκμετάλλευση του σταριού, του βαμβακιού, των υφασμάτων και των εσπεριδοειδών.
Η ιστορία των εσπεριδοειδών του Κάμπου, αναδεικνύεται σ' ένα δυναμικό εκθεσιακό χώρο στο "Citrus Memories", με προφορικές αφηγήσεις, έγγραφα, αντικείμενα από τους ανθρώπους που έζησαν εκεί.
Τα εσπεριδοειδή συμβολίζουν τη δύναμη, την αδάμαστη γοητεία της άγριας φύσης. 
Ο Κάμπος συμβολίζει την κυριαρχία του ιδιωτικού, την πολυτελή ζωή "εντός των τειχών",τον αδιαπέραστο κοσμοπολιτισμό και την εκκεντρικότητα μιας εποχής που ξεκινάει πριν από το Μεγάλο Πόλεμο και ολοκληρώνεται το 1947, όταν αναδύονται νέες συνήθειες, νέες κοινωνικές τάξεις, νέες αγορές.









22/12/14

Λαχανικά, φρούτα και καρποί τουρσί

Στην είσοδο της παλιάς πόλης της Χίου βρίσκεται το μπακάλικο με τα τουρσιά της οικογένειας Βαριά. Στάθηκα και κοίταξα μέσα: γυάλες, γυαλάκια, δοχεία γεμάτα τουρσιά με χειρόγραφες έντονα κίτρινες ετικέτες που αναγράφουν το περιεχόμενο. Πάνω από εκατό χρόνια, τέσσερις γενιές δούλεψαν στο μαγαζί με τα "εδώδιμα και αποικιακά", πουλώντας χύμα από το τσουβάλι με τη σέσουλα όσπρια, ρύζι και αλεύρι, σαλιγκάρια, ελιές ζάχαρη καφέ και μπαχαρικά. Στο ξύλινο ψυγείο του πάγου διατηρούσαν βούτυρο, χιώτικα τυριά και κοπανιστή. Σήμερα υπάρχει ηλεκτρικό ψυγείο με τα ίδιες χιώτικες απαράμιλλες γεύσεις.
Ως τολμηρός έμπορος ο Γιώργος Βαριάς, επιχείρησε μια μοναδική για την Ελλάδα καινοτομία: επέκτεινε την παραγωγή χειροποίητων τουρσιών με φρούτα και καρπούς. Εμπνεύστηκε από τα προϊόντα των μικρασιατικών παραλίων, πειραματίστηκε για πολλά χρόνια και δημιούργησε μια οικογενειακή συνταγή για τουρσιά. Σήμερα είναι το μοναδικό μαγαζί στην Ελλάδα που έχει τόση μεγάλη ποικιλία από φρούτα, χόρτα και καρπούς τουρσί. Όλα φτιάχνονται με μεράκι στο χέρι από την οικογένεια. Πρώτα μπαίνουν στο αλάτι για να "δαμάσουνε", να ψηθούν και μετά στο ξύδι. Υπάρχουν φρούτα τουρσί με γλυκόξινη γεύση: λεμόνι, μανταρίνι, βερίκοκο, πεπόνι, αχλάδι, αμύγδαλο, σύκο, λωτός. Κόβονται σε λεπτές φέτες και διακοσμούν τα εορταστικά  πιάτα με τα κρεατικά και τα πουλερικά. Οι πιο περίτεχνες γαρνιτούρες στα γαμήλια γεύματα γίνονται από φρούτα τουρσί. Υπάρχουν τουρσιά καυτερά που γαργαλάνε τη γλώσσα και ερεθίζουν την όσφρηση όπως είναι τα κρεμμύδια και τα κεφάλια σκόρδο, που καθαρίζονται και συνοδεύουν τα όσπρια.
Υπάρχουν τουρσιά που θεωρούνται εκλεκτός μεζές για το τσίπουρο όπως οι αγκινάρες και τα παντζάρια. Έστρεψα το βλέμμα μου προς τα πάνω  και είδα στα ράφια γυάλινα βάζα με κάπαρη και κρίταμο τουρσί. Νοστάλγησα το καλοκαίρι,τις απόκρημνες ακτές με την κάπαρη και τις παραλίες με τα χοντρά βότσαλα που κρύβουν τα τρυφερά βλαστάρια του κρίταμου.
Ο Σίμος Βαριάς, που σήμερα έχει αναλάβει τα ηνία του μαγαζιού, ευγενικά με ξεπροβόδισε. Συνέχισα την περιπλάνησή μου στο κέντρο της πόλης.



11/12/14

Ο φοίνικας και ο ευκάλυπτος

Τα χειμωνιάτικα μεσημέρια οι περιηγήσεις στις λεωφόρους και στα σοκάκια της πόλης,  με το πράσινο των αειθαλών και τα ξερόκλαδα των φυλλοβόλων δέντρων γίνονται συναρπαστικές, καθώς βυθίζομαι στον παρελθόντα χρόνο για να αφουγκραστώ τους ανθρώπους που κάποτε ζούσαν εκεί. Ποιοι ήταν; Πώς και πού εργάζονταν; ΄Ηταν αγέρωχοι αστοί; Κομψές κυρίες που προσπαθούσαν με τα δερμάτινα μποτάκια τους να αποφύγουν τη λάσπη των δρόμων; Εργάτες που περνούσαν από την πύλη του εργοστασίου; υπηρετριούλες που χάζευαν στις αλέες των πάρκων; πρoσφυγοπούλες που έκαναν κόμπους στους αργαλειούς;
Αναζητώ με το βλέμμα δύο δέντρα: φοίνικες και ευκάλυπτους. Είναι τα σύμβολα της πάλης των τάξεων στο χώρο, οι πυξίδες των κοινωνικών διαστρωματώσεων, τα αδιάσειστα τεκμήρια των κοινωνικών ανακατατάξεων.
Η Λητώ γέννησε στη Δήλο τον Απόλλωνα, τον αιώνιο έφηβο και συνάμα θεό του φωτός, καθώς κρατιόταν από τον κορμό ενός φοίνικα. Οι φοίνικες συμβολίζουν τον πλούτο, την αλαζονεία, το θρίαμβο, την λάμψη της κυρίαρχης τάξης. Τους βλέπω να υψώνονται ακόμη σήμερα στο Μεταξουργείο και στον Κεραμεικό, στην καρδιά της οθωνικής Αθήνας. Τους βλέπω στην είσοδο του Εθνικού Κήπου. Τους φύτεψε με τα ίδια της τα χέρια η βασίλισσα Αμαλία γύρω στα 1842. Τους βλέπω στις χάσκουσες πύλες των πάλαι ποτέ εργοστασίων της οδού Πειραιώς και του Λαυρίου. Ήταν το αγαπημένο ντεκόρ των φωτογράφων όταν αποθανάτιζαν τον ιδιοκτήτη-εργοστασιάρχη με το προσωπικό. Βρίσκονται  στις παράλιες λεωφόρους και στις λουτροπόλεις, εκεί που περπατούσαν οι αστοί συν γυναιξί και τέκνοις τα απογεύματα. Οι φοίνικες των ξενοδοχείων στα πολυτελή θέρετρα που προτιμά η ελληνική διασπορά, του "Ποσειδωνίου" Σπετσών, του "Θέρμαι Σύλλα" της Αιδηψού, κοσμούσαν τις κρυστάλλινες εισόδους τους. 
Οι ευκάλυπτοι φυτεύονταν αποκλειστικά για να διώχνουν τα κουνούπια και για να τραβούν το νερό από τους βάλτους. Η ελονοσία αποδεκάτιζε τον εργατόκοσμο και τους πρόσφυγες. Οι ευκάλυπτοι βρίσκονται δίπλα από τις προσφυγικές κατοικίες, στους πρόποδες του Λυκαβηττού, κοντά στο πάρκο Ελευθερίας, ψηλά στους Αμπελόκηπους, στην Καισαριανή, στην Αθήνα. Στην παραλία της Ερέτριας, της Αναβύσσου, στο Μεγάλο Πεύκο, στον Πόρο, στην Καβάλα, παντού όπου πατούσαν  το πόδι τους οι πρόσφυγες. Οι ευκάλυπτοι συμβολίζουν τη φτώχεια, την προσφυγιά, τις απέλπιδες προσπάθειες ανθρώπων για να ξαναστήσουν το σπιτικό τους.
Σήμερα το κόκκινο σκαθάρι καταβροχθίζει τους φοίνικες, ίσως να μην υπάρχουν σε λίγο.
Οι ευκάλυπτοι δραπετεύουν από το χώρο: άλλοι ξεριζώνονται για να δημιουργηθούν μεγάλοι λεωφόροι, άλλοι -κυρίως αυτοί που βρίσκονταν στις παραλίες- αντικαθίστανται με καλλωπιστικά δέντρα, άλλοι κόβονται επειδή εμποδίζουν τη θέα. 
Σιγά-σιγά το πνεύμα των τόπων εξαφανίζεται.
Και ο Ανδρέας Εμπειρίκος θα διαψευστεί γιατί: Οι ευκάλυπτοι δεν θροΐζουν στις αλέες, όπως τη στιγμή που αυτοκτονούσε ο Κώστας Καριωτάκης στην Πρέβεζα.







9/12/14

Νόστιμον ήμαρ

Συναντηθήκαμε σ' ένα πανδοχείο στους πρόποδες του όρους Βέρμιου, την Παρασκευή 5 Δεκεμβρίου. Οι καλύτεροι λυράρηδες έπαιζαν ποντιακή λύρα, οι άντρες χόρευαν και γλεντούσαν. Γιόρταζαν το αντάμωμα  με τον Οζγκιούτς

"Ονομάζομαι Δημήτρης Θεοδωρίδης, είμαι γιατρός και ζω στην Αλεξάνδρεια. Κατάγομαι από  το χωριό Γιαννακάντων ή Gürgenağac στα τούρκικα, που σημαίνει δάσος οξυάς. Βρίσκεται στις πλαγιές του όρους Καρά-καπάν στην περιοχή Ματσούκα της Νότιας Τραπεζούντας. Το επίθετό μου παλαιά ήταν Αμπτόλογλου, που σημαίνει δώρο του Θεού ή Δούλος του Θεού. Λέγεται ότι η οικογένειά μου κατάγεται από την Περσία. Οι παππούληδές μου είχανε πανδοχείο για να ξαποσταίνουν τα καραβάνια που διέσχιζαν τους δρόμους του μεταξιού. Ο Χαν, ένας Πέρσης, αποκαμωμένος από το μακρινό ταξείδι, παντρεύτηκε την κόρη του ιδιοκτήτη του πανδοχείου και έμεινε σώγαμπρος στο χωριό. Από 18 χρονών ήθελα να επισκεφθώ τον Πόντο, πάντα νοσταλγούσα το σπίτι μας. Το 1987, σε μια βιντεοταινία που είχε τραβήξει ένας Έλληνας που επισκέφθηκε το χωριό, ο παππούς μου Δημήτρης Θεοδωρίδης γνώρισε το σπίτι μας. Για τριάντα χρόνια κρατούσα τη βιντεοταινία, ήθελα πολύ να πάω να βρω το σπίτι μας.

Το 2011 ξεκίνησα το ταξίδι  στον τόπο καταγωγής μου. Όταν έφτασα στο χωριό και χτύπησα την πόρτα του σπιτιού, με υποδέχθηκαν οι Τούρκοι ένοικοι και μου παρέδωσαν το μεγάλο παλιό κλειδί του σπιτιού μας, που είχαν φυλάξει οι προπαππούδες τους. Από τη συγκίνηση  τα τηλέφωνα που ανταλλάξαμε ήταν λάθος και για δύο χρόνια δεν μπορούσαμε να επικοινωνήσουμε. Οι άνθρωποι με αναζητούσαν επίμονα και με βρήκαν με τη βοήθεια του Οζγκιούτς, του φίλου μου του "αδερφού" μου. Μου έστειλαν ένα σακούλι με χώμα και νερό, φουντούκια, πατάτες και καλαμπόκι από το σπίτι μας.
Από τότε συναντιόμαστε με τον Οζγκιούτς, στην Ελλάδα και στην Τουρκία και περνάμε λίγες μέρες μαζί, αισθανόμαστε σαν αδερφοί.
Αγαπώ τα τραγούδια, τους χορούς του Πόντου και τη λύρα, αλλά πιότερο αγαπώ την ιστορία μας. Κατάγεστε από την Αρκαδία, μήπως γνωρίζετε;"

"Στην αριστερή όχθη του Αλφειού ποταμού, στους ανατολικούς πρόποδες του Λύκαιου όρους, στην κώμη της Παράσειας Χώρας, περιοχής της αρχαίας Αρκαδίας στο λεκανοπέδιο της Μεγαλόπολης βρίσκεται η Αρκαδική Τραπεζούντα. Από εκεί ξεκίνησε το μεγάλο ταξίδι σας" 




5/12/14

Τα κάστανα του φθινοπώρου

Στα μέσα του φθινοπώρου εμφανίζονταν στα στενά και στις λεωφόρους της Αθήνας οι καστανάδες. Από τον Οκτώβρη του 1946 και για πενήντα δύο ολόκληρα χρόνια ο κύριος Γιώργος, ο καστανάς, από τα ορεινά χωριά των Τρικάλων έψηνε κάστανα στην τσίγκινη ολοστρόγγυλη φουφού του, στη στη γωνιά των οδών Δραγατσανίου και Σταδίου. Το ψήσιμο ήταν τελετουργία. Μέχρι να πυρώσει η φωτιά  αυτός χαράκωνε μ΄ένα μυτερό μαχαιράκι τα κάστανα και κατόπιν τα έριχνε στη φουφού για να ψηθούν. Μου άρεσε να στέκομαι μπροστά στη φουφού και ν΄ακούω το θόρυβο που έκαναν τα κάστανα που έσκαγαν, καθώς ο καστανάς τα γύριζε με τη μασιά και να τον βλέπω με την τσιμπίδα του να τα βάζει στο χωνάκι που ήταν φτιαγμένο από παλιές εφημερίδες για να τα δώσει στους πελάτες. Οι υπάλληλοι της Τράπεζας στην οδό Σταδίου 38, γεύονταν τα ζεστά κάστανα μετά την απογευματινή υπερωρία τους. Κάποιοι από τους  θαμώνες του Λουμίδη, στο πατάρι,  έβγαζαν δειλά από την τσέπη τους  κάστανα ως συνοδευτικό του εσπρέσο και οι βιβλιοφάγοι που στριμώχνονταν στον Κάουφμαν για να απολαύσουν τις τελευταίες αφίξεις των γαλλικών βιβλίων τσέπης, δεν παρέλειπαν ποτέ να πουν μια καλησπέρα στον κύριο Γιώργο και να γευθούν τα καλοψημένα του κάστανα. Η κυρία Ευαγγελία, η σύζυγός του εξακολουθεί να πουλάει κάστανα στους περαστικούς. Σήμερα οι εποχές εναλλάσσονται με τόσο μεγάλη ταχύτητα που δεν γίνονται πλέον ορατές. Η κυρία Ευαγγελία πουλάει κάστανα μέχρι το τέλος Γενάρη. Οι κουλουράδες αγωνίζονται για να καταλάβουν τις θέσεις των καστανάδων. Υπάρχουν και αυτοί που ψήνουν όλες τις εποχές στη φουφού τα κάστανα του χειμώνα μαζί με τα καλαμπόκια του καλοκαιριού.
Τα κάστανα εξακολουθούν να είναι η αγαπημένη μου λιχουδιά.   Νοσταλγώ τα γλυκά από κάστανα των ζαχαροπλαστείων που δεν υπάρχουν πια. Τα μαρόν γκλασέ από το Perfect στην πλατεία Κυριακού - σήμερα έχει μετονομαστεί σε πλατεία Βικτωρίας-, που τα  πρόσφερε η μητέρα μου στους επισκέπτες,  στην ονομαστική εορτή του πατέρα μου του Αγίου Νικολάου και την περίφημη τούρτα από το Delice με τις ανάλαφρες μαρέγκες και την πικρή μαύρη σοκολάτα που ισορροπούσε την γλυκιά γεύση του κάστανου. Περιμένω τα κυνήγια του Φρέντυ τα Χριστούγεννα, τις άγριες πάπιες που συνοδεύονται πάντα με κάστανα πουρέ.
Το δείπνο στο σπίτι του  Χρήστου στην Ερμούπολη ολοκληρώθηκε γύρω από μια φρουτιέρα γεμάτη από βραστά κάστανα.