8/7/15

Το κόκκινο των μούρων και του οριενταλισμού

Αρχές καλοκαιριού περιπλανηθήκαμε στην Αρκαδία. Στρίψαμε προς την Τεγέα, κατεβήκαμε από το χωριό Κάνδαλος στη λίμνη Τάκα. Ο καιρός αμφίβολος, περνούσε από το λιόκαμα στη συννεφιά και η αχλή στην απέναντι όχθη της λίμνης, τόνιζε την υπερκοσμικότητα του τοπίου. 
Μούρα σε όλες τις αποχρώσεις του κόκκινου, ροζ, κόκκινο-παλ, κόκκινο-ροδί, κόκκινο πορφυρό, κόκκινο βαθύ του συκωτιού. Το κόκκινο του οριενταλισμού, το κόκκινο της λεκάνης της Μεσογείου κυριαρχούσε. 
Θυμήθηκα το κόκκινο του Πάμπλο Πικάσσο. 
Θυμήθηκα τις γυναίκες με τα βαμμένα χείλη του Ντελακρουά, καθώς έφερνα τα μούρα στα χείλη μου. Θυμήθηκα τις κυρίες της Κάσμπας του Πιερ Λοτί και τα πορφυρά πέπλα τους, . 
Θυμήθηκα τον Ιβίσκο που στεφάνωνε το αυτί της κοπέλας στον πίνακα του Γκογκέν. 
Θυμήθηκα τα ρόδα στους τοίχους του οθωμανικού σπιτιού στη Ξάνθη.
Η υγρασία ήταν αποπνιχτική. Πήραμε το δρόμο του γυρισμού ανάμεσα στις μηλιές και στις κερασιές. Φτάσαμε στην Τεγέα. 

Τα καλύβια της υπαίθρου: το ύστατο καταφύγιο

Εδώ και αιώνες τα καλύβια αποτελούν το καταφύγιο για τους κατοίκους της υπαίθρου. Όχι μόνο για τους ιδιοκτήτες τους, αλλά και για τους πλάνητες-διαβάτες, τους κυνηγημένους και τους νομάδες που ζητούσαν μια σκέπη να βάλουν το κεφάλι τους από κάτω και να ξαποστάσουν.
Το καλύβι μας, όπως είναι σήμερα, φωτ. Αρχείο Τροφοσυλλέκτη
Το δικό μας το καλύβι κτίστηκε στα μέσα του 19ου αιώνα, όταν η οικογένειά μου εγκατέλειψε τη ζωή του νομάδα-κτηνοτρόφου και την εποχική διαδρομή από τις πλαγιές του όρους Μαίναλου προς τις Μεσσηνιακές ακτές, για να εγκατασταθεί στην εύφορη πεδιάδα της Μεγαλόπολης. 
Το σπίτι μας, που καταστράφηκε από το μεγάλο σεισμό την πρώτη Σεπτεμβρίου 1966, κτίστηκε μεταγενέστερα, στα 1907, με τα λίγα χρήματα που έφερε ο παππούς μου από την Αμερική. 
Το καλύβι είναι χαμηλό κτίσμα, έχει παραλληλόγραμμο σχήμα, με εμβαδό 64 τ.μ., και πέτρινη επιφάνεια και πλίθινους τοίχους.
Η κατασκευή των πλιθρών, που γινόταν το καλοκαίρι, ήταν αφορμή για γλέντια και χαρές στο χωριό. Για να ανακατευτεί ομοιογενώς η λάσπη με τ' άχυρα, οι άντρες του χωριού, πατούσαν πάνω στη λάσπη με τα γυμνά πόδια τους χαριτολογώντας ή τραγουδώντας ρυθμικά. Στη συνέχεια το μίγμα κοβόταν σε μικρά κομμάτια και ξεραινόταν στον ήλιο.
Το καλύβι άντεξε στο σεισμό αλλά και στην πυρκαγιά το καλοκαίρι του 2007, γιατί οι πλίθρες αποτελούν ένα εξαιρετικά ανθεκτικό υλικό και έχουν επίσης, υψηλή θερμομονωτική ικανότητα. Το καλύβι είναι  δροσερό στους φοβερούς καύσωνες της πεδιάδας το καλοκαίρι.
Το καλύβι μας χωρίζεται μ' ένα τοιχείο στη μέση. Το ένα μέρος χρησίμευε ως αχεριώνας, για να αποθηκεύει η οικογένεια τ' άχυρα -τις καλαμιές από το σιτάρι- με τα οποία διατρέφονταν τα ζώα, ενώ στο άλλο άφηναν τα ζώα, πρόβατα κυρίως.
Το παράθυρο στο καλύβι μας. Αρχείο Τροφοσυλλέκτης
Οι αγρότες αγαπούν και προστατεύουν τα ζώα τους για να επιβιώσουν οι ίδιοι, γιατί όπως λένε: "καλύτερα να του πεθάνει του φτωχού η γυναίκα, παρά να του ψοφήσει το βόδι"
Τα παράθυρα του καλυβιού, δεν είχαν τζάμια και ήταν πολύ μικρά για δυο κυρίως λόγους: πρώτον, γιατί δεν διέθεταν οι άνθρωποι περίσσια χρήματα για μαραγκό και δεύτερον, για να μην μπαίνουν μέσα λύκοι, αλεπούδες και κουνάβια. Αντίθετα η πόρτα είναι πλατιά και χαμηλή για να μην πληγώνονται τα ζώα, οι έγκυες προβατίνες καθώς μπαίνουν και βγαίνουν από εκεί.
Τα παράθυρα και η πόρτα στηρίζονταν γύρω γύρω σε μάρμαρα, τα οποία βρίσκονταν σε αφθονία, λόγω της γειτονικής αρχαίας πόλης των Αιμωνιών.
Το καλύβι σήμερα, που χρησιμεύει ως αποθήκη, θα αποκατασταθεί πλήρως, για να στεγάσει τα εργαλεία και τα προϊόντα της γης που συλλέγει με περίσσια αγάπη και φροντίδα ο τροφοσυλλέκτης.
Σκέφτομαι με ανακούφιση, στους σημερινούς καιρούς της κρίσης, ότι τουλάχιστον δεν ανήκω στους "καυσοκαλυβίτες".
Το καλύβι το δικό μου στέκει όρθιο και δεν έχει καεί.

30/6/15

Τα αγαπημένα μου σαλιγκάρια

Πρωί-πρωί μετά την καλοκαιριάτικη μπόρα, τα σαλιγκάρια ξεπρόβαλαν μέσα από την αραχνοΰφαντη θύρα τους και άρχισαν να περπατούν. Βγήκα στο δρόμο με το καλάθι για τις ελιές, ακολουθώντας το ταξίδι τους. Μεγάλα, καφετιά σαλιγκάρια, με ρίγες, με λαμπερές, σχεδόν διαφανείς κεραίες, γλιστρούσαν, χαράσσοντας υδάτινους δρόμους πάνω στα φύλα.
Θυμήθηκα τα μικρά, τρυφερά σαλιγκαράκια του περιβολιού στο σχολείο, που τα υιοθετούσα για πέντε-έξι ώρες και τα έβαζα σ' ένα μικρό κουτάκι με φύλλα για να τα παρατηρώ κατά τις ατέλειωτες ώρες της πλήξης μου μέσα στην τάξη. Δεν άκουγα τίποτα από τις παραδόσεις των μαθημάτων, χάιδευα επίμονα τις κεραίες των μικρών σαλιγκαριών ακολουθώντας τον ίδιο ρυθμό με το παλλόμενο στόμα τις δασκάλας.
Μπουρμπουριστά, γιαχνιστά, με σάλτσα σκόρδου και λεπτά αρώματα χορταρικών λατρεύω τα σαλιγκάρια.
- Θέλεις να τα φάς; θέλεις να τα απολαύσεις; Με τις άκρες των χειλιών σου, δίνε τους μικρά ρουφηχτά φιλάκια, έλεγε η γιαγιά μου για να μου δείξει πώς να ξεκολλάω τα σαλιγκάρια από το κέλυφός τους.
Τα πιο ζουμερά, τροφαντά, μυρωδάτα σαλιγκάρια τα μαγειρεύει η κυρία Ευθυμία, στο κυλικείο του Εργατικού Κέντρου στο Ηράκλειο της Κρήτης. Είναι κλάσεις ανώτερα από αυτά στο φημισμένο εστιατόριο  "Escargot Montorgueil", στην Halles του Παρισιού. 
Η ζωή μου βασίζεται στην περιπλάνηση. Εξαρτάται απόλυτα από τη βαλίτσα μου. Μια μεγάλη κόκκινη βαλίτσα. Την εγκαταλείπω προσωρινά στο διάδρομο του διαμερίσματος στην Μαβίλη, στο διάδρομο αποσκευών του αεροδρομίου, στο μεγάλο δωμάτιο στο σπίτι του χωριού, στο σταθμό των ΚΤΕΛ.
Μια βροχερή καλοκαιριάτικη μέρα, με τη μύτη κολλημένη στο τζάμι του λεωφορείου συνειδητοποίησα ήμουν ότι  κι εγώ  είμαι "φερέοικος" σαν τα αγαπημένα μου σαλιγκάρια.

3/5/15

"Μα τον απήγανο"


Σούρουπο της πρωτομαγιάς κι ακούγονταν από μακριά τα γλέντια και τα νταούλια στο χωριό. Ξεκίνησα για το σπίτι της φιλενάδας μου της Θοδώρας, που εδώ και χρόνια έχει αναλάβει να με μυήσει στο μυστικό κόσμο της υπαίθρου. Μου δίχνει χόρτα, βότανα, λουλούδια. Μου μιλάει για τον Κολοκοτρώνη που τριγύριζε στα μέρη μας και ανέμιζε η φουστανέλλα του, για την Αρκαδιανή που τα βόλια φανέρωσαν το στήθος της, αλλά και για τις νεράιδες και τα ξωτικά που κατέβαιναν στο ποτάμι τις νύχτες,  την εποχή που ερωτεύονται τα βατράχια. 
Η Θοδώρα είδε αμέσως τη λεπτή ουλή μου, στο δεξί μου κρόταφο, στην προέκταση των φρυδιών μου. 
- Πάλι χτύπησες; "μάτι" παιδάκι μου και πολύ κακό "μάτι".
Τράβηξε στην άκρη του φράχτη, έκοψε από ένα θάμνο με κίτρινα μπουμπούκια δύο μικρά κλαράκια. 
- Είναι ο απήγανος, το φυτό που διώχνει με τη μυρωδιά του τα πάντα: τσιμπούρια, ψίλους και κυρίως το "κακό μάτι".  Έλα βγάλε τις κάλτσες σου και βάλε κάτω από τις φτέρνες σου τον απήγανο, πρέπει να ακουμπήσει ο απήγανος τη σάρκα σου και συνέχισε:
- Όταν αισθάνεσαι ότι κάποιος θέλει το κακό σου, ότι σε κοιτάζει περίεργα θα λες συνέχεια από μέσα σου:
"Μα τον απήγανο".
Πανάρχαιες ρήσεις που μεταφέρονται μέχρι τις μέρες μας. Ο Οδυσσέας χρησιμοποίησε τον απήγανο για να προστατέψει τον εαυτόν του και τους συντρόφους του από τη μάγισσα Κίρκη. Οι αρχαίοι Έλληνες  καταβρόχθιζαν απήγανο όχι μόνο πριν από τα συμπόσια  ως αντίδοτο για τις δηλητηριάσεις, που ήταν συχνές και γίνονταν για την εξόντωση των αντιπάλων, αλλά και  όταν αισθάνονταν "νευρική δυσπεψία", δηλαδή θεωρούσαν ότι ήταν ματιασμένοι. Ο Λατίνος Πλίνιος λανσάρει τον απήγανο, ως ιατρικό που βελτιώνει την όραση και παροτρύνει τους καλλιτέχνες να τον δοκιμάσουν για να αποδίδουν καλύτερα.
Νομίζω ότι ο Ιούλιος Καίσαρας στον Αστερίξ, κατανάλωνε θάμνους ολόκληρους από απήγανο για να επιβιώνει από τα δηλητήρια που προετοίμαζε καθημερινά με αστείρευτη φαντασία  ο επίγονός του....



13/4/15

Σε βάθος χρόνων




Τίποτα δεν εξαφανίζεται, όλα εξακολουθούν να υπάρχουν σε βάθος χρόνων εντός του περιβάλλοντος χώρου του κάθε αγροτόσπιτου.
Κάθε άνοιξη, καθώς παρατηρώ τα χορτάρια που  μέρα με τη μέρα όλο και πιο πολύ πλησιάζουν και πνίγουν το μικρό μου σπίτι στο χωριό, ανα-συνθέτω, καθώς ανα-στοχάζομαι, την ιστορία του.
Οι βατσινιές επιμένουν να βγαίνουν κάτω από τα λιθάρια και να ακολουθούν το περίγραμμα του παλιού δίπατου σπιτιού μας, που γκρεμίστηκε από τους σεισμούς. 
Ο μαρμάρινος κύλινδρος, που πάνω του πάταγε ο παππούς για ν' ανέβει στο άλογο, πνιγμένος από τον κισσό  αντιστέκεται στο χρόνο. Έχει μεταφερθεί εδώ και κάμποσους αιώνες πριν από το χωράφι που σπέρναμε βρώμη, εκεί που βρισκόταν η αρχαία νεκρόπολη, οι  Αιμωνιές.
Η μυλόπετρα για το άλεσμα της ελιάς, τμήμα αρχαίας κολόνας είναι χωμένη στη ρίζα της αχλαδιάς, μπροστά στο νέο αντισεισμικό σπίτι μας και λίγα βήματα πιο πέρα, το πιθάρι του λαδιού, εξακολουθεί να αντιστέκεται στο χρόνο. Ο πατέρας μου έλεγε ότι χρονολογείται πριν να πατήσει ο Κολοκοτρώνης στα χωριά μας.
Τα δέντρα έχουν μείνει στη θέση που ήταν. Τα φυλοβόλα, η αχλαδιά και η βερυκκοκιά είναι μπροστά στα παράθυρα για ν΄αφήνουν τον ήλιο τον χειμώνα και να χαρίζουν δροσιά με το φύλλωμά τους το καλοκαίρι. Οι μηλιές είναι πίσω, δεν έχουμε ακόμα συλλέξει τους καρπούς από τα νέα δέντρα, τα παλιά κάηκαν στις φωτιές του 2007. Η καρυδιά δεσπόζει στον πίσω  χώρο, στην είσοδο του λαχανόκηπου. Οι μουριές κατά μήκος του οικοπέδου και του χωραφιού θέτουν τα όρια για τους ξένους, τους εν δυνάμει καταπατητές. Θεωρείται ασέβεια να κοπεί δέντρο που αποτελεί όριο του χωραφιού, του σπιτιού σου.
Οι κουφοξηλιές έχουν μεγαλώσει, τις αφήνω, για να θυμάμαι τη γιαγιά μου, τη γιάτρισσα που από τους κατάμαυρους καρπούς τους έκανε ματζούνια και καταπότια, για να θεραπεύει τον πονόλαιμο και τις αμυγδαλές. Γύριζε τα χωριά με τα σύνεργά της, μικρά γυάλινα βαζάκια με μπαρούτι και καρπούς κουφοξυλιάς, κρατώντας στο χέρι ένα-δυο ξερόκλαδα με αιχμηρές άκριες. Εκεί στις άκριες η γιαγιά έβαζε το μπαρούτι και πασάλειβε με αυτό τα λαιμά των ασθενών της.
Ο γέρικος πλάτανος στέκει αγέρωχος, πίσω,  εκεί που το ποτάμι χαράζει τα δυτικά όρια του οικοπέδου μας. Λίγες δεκαετίες πριν έρχονταν αηδόνια και κελαηδούσαν.
Τώρα τον Απρίλη και τον Μάη ακούμε τα φωνές των βατράχων που ερωτοτροπούν.








Αντικρίζοντας τον Ταύγετο και τ' Αμπελάκια

Επιτέλους ξαναβρέθηκα ύστερα από πολύ καιρό στα αρκαδικά λιβάδια. Eπιτέλους ξανάρχισα να γράφω. Λες κι' οι αισθήσεις, η έμπνευση έχουν ανάγκη από τον αέρα της εξοχής. Ξεκινάω με το σκύλο μου, την Κλειώ, το κυνήγι της τροφής. 
Αναζωογονήθηκα, η καρδιά μου κτυπούσε δυνατά αντικρίζοντας τις χιονισμένες κορφές του Ταϋγέτου, καθώς βάδιζα στην ύπαιθρο.
Μεγάλη Παρασκευή μεσημέρι και οι καμπάνες του επιτάφιου ηχούσαν στα γύρω χωριά. Απ' την κορυφή του λόφου φαίνονταν τ' Αμπελάκια. Γυάλιζε το μοναστήρι μέσα στον καταπράσινο ελαιώνα. Οι καλόγριες το λένε και το ξαναλένε, διηγούνται το θάμα: Όταν έπιασαν οι μεγάλες φωτιές, το 2007, προσεύχονταν και παρακαλούσαν θερμά τον Ύψιστο να σταματήσει τη θεομηνία. Πράγματι η φωτιά έγλειψε τους πρόποδες του βουνού και σταμάτησε εκεί που αρχίζει η ανηφόρα για το μοναστήρι. 
Πήρα από ψηλά το δρόμο, ανάμεσα στα λιβάδια για να κατέβω στο ποτάμι. Ήθελα να οσμιστώ τα σινάπια, τις καυκαλήθρες και τα μυρώνια. Ήθελα να γευτώ την πληθώρα των ραδικιών κατά μήκος του ρυακιού. Η Θοδώρα, η  φιλενάδα μου, πιστεύει ότι τα χόρτα πριν τα βάλεις στο καλάθι πρέπει να τα οσμιστείς και να τ' ακουμπήσεις στα χείλη σου, για να καταλάβεις αν πικρίζουν ή αν πιπερίζουν. Βρισκόμαστε στα μέσα του Απρίλη και τα χόρτα είναι ακόμα τραγανιστά, γεμάτο χυμούς από τις πολλές βροχές. Οι βρούβες είναι μπουμπουκιασμένες, δεν έχουν πετάξει ακόμα το κίτρινο λουλούδι τους. Απίστευτο χορταρικό το σινάπι με την πικάντικη και γεμάτη στιφάδα γεύση του, τρώγεται ολόκληρο, ο μίσχος, τα φύλλα και τα λουλούδια του.
Δεξιά μου ένα μικρό παρτέρι από κατακόκκινες ανεμώνες αντιστεκόταν σθεναρά στον βοριά. Στάθηκα και το φωτογράφησα. Κατόπιν έβγαλα τα σακουλάκια μου και το μαχαιράκι μου και ξεκίνησα το μάζεμα των χόρτων. Βρούβες, ραδίκια, σταμναγκάθια των ποταμών για τη σαλάτα. Τα σπαράγγια γύρω από τις ελιές ήταν ανέγγιχτα, τα έκοψα με προσοχή. 
Όσο πλησίαζα στο ποτάμι, τόσο περισσότερο έχωνε τα ρουθούνια της η Κλειώ μέσα στους θάμνους και στην άμμο. Παρατήρησα τις μεγάλες πατημασιές. Σίγουρα τα ξημερώματα θα 'χαν ξαποστάσει στις όχθες του τ' αγριογούρουνα. Μάζεψα λίγα καταπράσινα βλαστάρια θυμαριού.
 Ένα αυτοκίνητο κορνάριζε μέσ' τη σιγαλιά, έστρεψα το βλέμμα μου προς κει. Το αυτοκίνητο του μοναδικού ιερέα της περιοχής ανέβαινε αγκομαχώντας την ανηφόρα. Έπρεπε κάθε χωριό με τη σειρά του να βγάλει τον επιτάφιο στο προαύλιο κι αυτός έτρεχε από επιτάφιο σε επιτάφιο. Οι άνθρωποι τον περίμεναν με ανυπομονησία για να ψάλλουν τον νυμφίο που έρχεται... 
Πήρα το δρόμο του γυρισμού.
Το τραπέζι της Μεγάλης Παρασκευής ήταν απέριττο: πατάτες ψητές με κλωναράκια θυμάρι, τυλιγμένες στη λαδόκολλα, βρούβες βραστές με λάδι και λεμόνι, σαλάτα σταμναγκάθι και σπαράγγια στο φούρνο.

2/1/15

Η αισθητική των εσπεριδοειδών στον Κάμπο Χίου

Στον Κάμπο της Χίου εισήλθα από ένα στενό δρομάκι, μυστικό πέρασμα ανάμεσα σε υψηλούς μαντρότοιχους, που αιχμαλωτίζουν επαύλεις περασμένων εποχών και κάθε λογής δέντρα και φυτά, φανερώνοντας το πάθος που είχε καταλάβει τους άλλοτε κατοίκους του για την απόκτηση των πιο ωραίων και των πιο σπάνιων φυτών και δέντρων. Καθώς προχωρούσα οι καρποί των εσπεριδοειδών χάριζαν στο χώρο μια απίστευτη φωτεινότητα στη χρωματική γκάμα του κίτρινου, πορτοκαλί, κιτρινοπράσινου και πράσινου. Σηκώθηκα στις μύτες των ποδιών μου για να κόψω ένα μανταρίνι. Αφαίρεσα τη στιλπνή φλούδα του και δοκίμασα τον καρπό του. Ήμουν συνεπαρμένη από τις ευωδιές των εσπεριδοειδών που χώνονταν, έκαιγαν τα ρουθούνια μου κι' έφταναν μέχρι τα μηλίγγια μου.
Η πύλη της εισόδου στη μεγάλη έπαυλη άνοιξε μ΄έναν υπόκωφο θόρυβο. Το νερό έσταζε στα ρυάκια, το μαγγανοπήγαδο έτριζε από τον αέρα, λες κι' είχε αποτυπώσει πάνω του τα βογγητά των ζώων που το γυρνούσαν για να ποτιστεί ο κήπος. Είχα σαγηνευτεί από το ηχοτοπίο του Κάμπου. Ανέβηκα τις μεγαλοπρεπείς σκάλες της έπαυλης για να δω τις πέτρες  των κτισμάτων: κίτρινες, σταχτοκίτρινες, κόκκινες, βαθυκόκκινες έφεραν τα αποτυπώματα του χρόνου. 
Βρισκόμουν στην είσοδο της Λεκάνης της Μεσογείου, σ΄ ένα τόπο που άλλοτε ειρηνικά και άλλοτε βίαια Βυζαντινοί, Ενετοί, Γενουάτες, Οθωμανοί, Χιώτες άφησαν μια αισθητική που  παντρεύει την Ανατολή με τη Δύση.
Οι επαύλεις είναι το απόσταγμα του πλούτου και της ευμάρειας των Χιώτικων οικογενειών. Με εμπορικά δίκτυα στις τέσσερις γωνιές της γης, από την Οδησσό, στο Λιβόρνο, στη Μασσαλία, στο Μάντσεστερ και στο Λονδίνο, από το Πορτ Σάιδ, στην Καλκούτα, αλλά και στη Νέα Υόρκη, είχαν την εμπορική εκμετάλλευση του σταριού, του βαμβακιού, των υφασμάτων και των εσπεριδοειδών.
Η ιστορία των εσπεριδοειδών του Κάμπου, αναδεικνύεται σ' ένα δυναμικό εκθεσιακό χώρο στο "Citrus Memories", με προφορικές αφηγήσεις, έγγραφα, αντικείμενα από τους ανθρώπους που έζησαν εκεί.
Τα εσπεριδοειδή συμβολίζουν τη δύναμη, την αδάμαστη γοητεία της άγριας φύσης. 
Ο Κάμπος συμβολίζει την κυριαρχία του ιδιωτικού, την πολυτελή ζωή "εντός των τειχών",τον αδιαπέραστο κοσμοπολιτισμό και την εκκεντρικότητα μιας εποχής που ξεκινάει πριν από το Μεγάλο Πόλεμο και ολοκληρώνεται το 1947, όταν αναδύονται νέες συνήθειες, νέες κοινωνικές τάξεις, νέες αγορές.